22.1.11

Μαθήματα ιστορίας στην πλατεία Κοτζιά



* άρθρο του Ντίνου Ρητινιώτη στην Metropolis News της 21.01.2011

Επιβεβαιώθηκαν όλοι εκείνοι που πίστευαν πως η είσοδος της Χρυσής Αυγής στα διοικητικά του Δήμου θα μας γυρίσει πολλά χρόνια πίσω. Βέβαια, ο νεοεκλεγείς δημοτικός σύμβουλος και γενικός γραμματέας της οργάνωσης Νίκος Μιχαλολιάκος το παράκανε, μιας και μας γύρισε στην εποχή της αρχαίας Ελλάδας, της Αλωσης και του Μεσοπολέμου…

Για όσους δεν παρακολούθησαν τι ακριβώς συνέβη στο δημαρχιακό μέγαρο της πλατείας Κοτζιά την προηγούμενη εβδομάδα, θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε μια σύντομη αναφορά. Πράξη πρώτη: με αφορμή την προκείμενη επίσκεψη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης στην πόλη μας, εκδόθηκε δελτίο Τύπου με την υπογραφή του Δήμου Αθηναίων στο οποίο η Κωνσταντινούπολη αναφερόταν ως Ιστανμπούλ. Γεγονός το οποίο προκάλεσε τη μήνη του Μιχαλολιάκου.

Πράξη δεύτερη: οι ρόλοι αντιστρέφονται και ο Μιχαλολιάκος είναι αυτός που προκαλεί την αντίδραση των υπολοίπων. Αφού λογομαχεί με τον Πέτρο Κωνσταντίνου, (επικεφαλής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), απαντά στο χαρακτηρισμό «φασίστα» που του αποδίδεται, στεκούμενος μπροστά του και υψώνοντας το δεξί του χέρι.

Τα γεγονότα της δεύτερης πράξης είναι ξεκάθαρα. Μπορεί τα μέλη και ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής να μην το δηλώνουν ανοικτά και να επισημαίνουν -όπου σταθούν και όπου βρεθούν- πως ο συγκεκριμένος χαιρετισμός είναι καθόλα αρχαιοελληνικός, ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως η συγκεκριμένη οργάνωση δεν έχει αποκηρύξει το γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό και το ρόλο του Χίτλερ στην παγκόσμια ιστορία. Αντίθετα, έχουν δηλώσει πολλάκις πως τον θεωρούν μια μεγάλη προσωπικότητα του 20ού αιώνα. Και αυτό από μόνο του είναι αρκετό, για να μεταφράσει τη σκοπιμότητα και το συμβολισμό που υπέκρυπτε η κίνηση του συγκεκριμένου χαιρετισμού μέσα στο δημαρχιακό μέγαρο μιας δημοκρατικής πόλης…

Σχετικά τώρα με την επιλογή του γραφείου Τύπου του Δήμου να χρησιμοποιήσει την ονομασία Ιστανμπούλ αντί Κωνσταντινούπολη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ατυχής. Και δεν χρειάζεται να συντάσσεται κανείς με τις απόψεις των Χρυσαυγιτών, για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Οπως συνέβη και πριν από μερικά χρόνια με το βιβλίο ιστορίας της Ρεπούση, όπου το αδιαμφισβήτητο πογκρόμ που υπέστησαν οι Ελληνες Μικρασιάτες μεταφράστηκε ετσιθελικά σε… καλλωπισμένο «συνωστισμό», έτσι και αυτή η περίπτωση ενδεχομένως να αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας αντιμετώπισης ενός ψευτοκινδύνου. Αυτού, δηλαδή, της διέγερσης των εθνικιστικών μας αντανακλαστικών μέσω αναφορών σε «μικρασιατικές καταστροφές» και σε «Κωνσταντινουπόλεις».

Με τον ίδιο τρόπο που θεωρούμε δεδομένες στην καθημερινή χρήση της νεοελληνικής τις ονομασίες Ρώμη, Νέα Υόρκη, Πεκίνο και Βερολίνο και όχι τα διεθνώς αναγνωρισμένα Ρόμα, Νιου Γιορκ, Μπεϊζίνγκ, Μπερλίν, δεν γίνεται κατανοητό γιατί θα πρέπει να προχωρήσουμε σε μία βίαιη γλωσσολογική αναπροσαρμογή του χρονολογικά προγενέστερου όρου «Κωνσταντινούπολη» από το… διεθνώς αναγνωρισμένο «Ιστανμπούλ». Με αυτή τη λογική θα έπρεπε να στραφούμε και κατά της… μεγάλης ιδέας των Σκοπιανών απαιτώντας να σταματήσουν να αποκαλούν τη Θεσσαλονίκη «Σολούν».

Εν πάση περιπτώσει, ούτε εθνικιστικός αλυτρωτισμός από τη μία, ούτε επιλεκτικός και ανούσιος αντιεθνικισμός από την άλλη. Η οδός της σωφροσύνης και του ορθού βρίσκεται πάντα κάπου στη μέση. Μήπως το επόμενο «μάθημα» ιστορίας του δημοτικού συμβουλίου θα έπρεπε να επικεντρωθεί στην έννοια του αρχαιοελληνικού μέτρου;