17.12.10

Μια ελιά στο χιόνι...



Σαν αύριο θα ξημέρωναν Χριστούγεννα... Μόλις είχε τελειώσει το «πρωινό» του, ένα μεγάλο ποτήρι γάλα και ένα μεγάλο κομμάτι κέικ σοκολάτα, συνταγή της γιαγιάς που δεν είχε προλάβει να γνωρίσει... Κανονικά ο ήλιος ήταν ψηλά, έπρεπε να είναι μέρα, έξω όμως όλα του φαίνονταν μουντά, σκοτεινά... Χιόνιζε... Κοίταξε πίσω από το αχνισμένο τζάμι, δεν είχε ξαναδεί χιόνι... Από πάνω του, στο δέντρο τα φωτάκια αναβόσβηναν στο δικό τους ρυθμό...

Και τότε την είδε, μόνη, γυμνή, απροστάτευτη, να στέκει ακίνητη καμιά εικοσαριά μέτρα μακριά του, μέσα στην καταχνιά... Το χιόνι που είχε αρχίσει να μαζεύεται πάνω της, να την σκεπάζει με ένα άσπρο πέπλο... Την ένιωθε να τουρτουρίζει, σφίχτηκε, κοίταξε ασυναίσθητα το τζάκι που είχε ανάψει ο πατέρας του... Ναι, σίγουρα κρύωνε, φύσαγε εκεί έξω, του φαινόταν ότι προσπαθούσε να του μιλήσει, μάλλον αυτό θα ήθελε να του πει αλλά δεν μπορούσε να την ακούσει, δεν τους άφηνε το τζάμι...

Κάτι έπρεπε να κάνει, δε μπορούσε να την αφήσει απροστάτευτη στο χιονιά... Άκουσε τον πατέρα του να μαστορεύει κάτι στο υπόγειο, η μητέρα μαγείρευε για το μεσημεριανό... Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά, πήγε στο δωμάτιο, ντύθηκε, φόρεσε και το παλτό του... Στην κρεμάστρα του διαδρόμου είδε κρεμασμένο το καπέλο του πατέρα, το φόρεσε, του άρεσε το αίσθημα κύρους που του έδινε, τον έκανε να νιώθει μεγάλος...

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε... Την πλησίασε... Τώρα ένιωθε και αυτός το κρύο να τον διαπερνά όπως εκείνη, άρχισε να αισθάνεται το χιόνι να πέφτει πυκνό πάνω στους αδύναμους παιδικούς του ώμους... Ήταν όμως εκεί, μαζί της, δίπλα της...

Άπλωσε το χέρι του, την έπιασε προσεκτικά από το λεπτό αδύναμο κορμί της, φόραγε γάντια αλλά του φάνηκε ήδη κρύο, σκληρό... Την έσπρωξε δειλά, μαλακά στην αρχή, δυνατότερα όσο έβλεπε πως το άντεχε... Το χιόνι άρχισε να πέφτει ολάκερα τσουλούφια από πάνω της, ξανάβλεπε το χρώμα της, τη λάμψη της μέσα στο μουντό πρωινό...

Ένιωσε διαφορετικά, περήφανα..!! Η μικρή αυτή ελιά ήταν το πρώτο δέντρο που είχε φυτέψει στη ζωή του, μόνος του... Το είχε ζητήσει από τον πατέρα κι εκείνος τον είχε αφήσει... Εκείνη τη μέρα είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα για να γίνει μεγάλος, είχε ήδη κάτι δικό του, ολόδικο του, δε θα άφηνε ένα χιόνι να του το χαλάσει...

«Άφησε τη χιονισμένη, το χιόνι την προστατεύει από την παγωνιά, της κάνει καλό, θα δεις...», άκουσε τη φωνή πίσω του, ζεστή, γλυκιά, χαρούμενη... Γύρισε το κεφάλι του κάτι να πει, με αυτή την αψάδα που διακρίνει ένα παιδί, δηλαδή τι παιδί, έναν σχεδόν έφηβο, σχεδόν μεγάλο... Είδε το πρόσωπο του πατέρα φωτεινό, χαμογελαστό, μάλλον ήταν εκεί από ώρα, κι εκεινού οι ώμοι ήταν γεμάτοι χιόνι...

«Μα...», είπε, «αφού εμείς κρυώνουμε, δε θα κρυώνει κι εκείνη...;;»

«Όχι, δε θα κρυώνει, η ελιά ξέρει να ξεπερνά το κρύο και την παγωνιά... τα βιβλία σου το γράφουν...»

Κοντοστάθηκε... Δεν ήθελε να την αφήσει... Από την άλλη κρύωνε... Και ήταν και το βιβλίο, πρόκληση... Μπήκε στο σπίτι κόκκινος από το κρύο... και την αγωνία... Ούτε θυμόταν για πότε πέταξε το καπέλο και το παλτό, για πότε βρέθηκε να ψάχνει στη μικρή βιβλιοθήκη που φιλοξενούσε τα διαβάσματα των διακοπών, για πότε βρήκε το βιβλίο με τη φροντίδα των φυτών, για πότε ξαναγύρισε στο σαλόνι...

Γύρισε τη μεγάλη πολυθρόνα για να μπορεί να διαβάζει και να την βλέπει... και να τον βλέπει κι αυτή ότι δεν έφυγε... Μέσα από το τζάμι... «Αν δεν το λέει το βιβλίο εγώ θα ξαναβγώ», σκέφτηκε αποφασιστικά, «και τώρα και το απόγευμα και πριν κοιμηθώ...».

Η ζέστη από το τζάκι είχε αρχίσει να μαλακώνει τις αντιστάσεις του καθώς ξεφύλλιζε βιαστικά το βιβλίο... Άρχισε να διαβάζει για την ελιά, βρήκε και ένα κεφάλαιο για το χιόνι και τη φροντίδα που θέλει κάθε δέντρο... Απορροφήθηκε στο διάβασμα... Το βλέμμα του όμως έπαιζε, μια στο βιβλίο, μια στην ελιά του, το τζάμι αντί να τους χωρίζει τους ένωνε, το χιόνι αντί να σκοτεινιάζει το τοπίο το φώτιζε...

Κάμποση ώρα μετά τα βλέφαρα του άρχισαν να βαραίνουν, μια γλυκιά νύστα ήρθε να τον τυλίξει... Και τότε την είδε να τον χαιρετά, μεγάλη, δυνατή, γεμάτη καρπό, όπως στις φωτογραφίες του βιβλίου του... Η ελιά του είχε αντέξει τα χιόνια, θα ήταν εκεί και θα τον περίμενε κάθε χρόνο... Αυτά τα Χριστούγεννα τους είχαν δέσει για πάντα...

[ΤΟ ΑΤΟΜΟ -κατά κόσμον Γιάννης Π. Τριανταφύλλου- έγραψε μια ανάμνηση του από κάποια Χριστούγεννα...] [ο αρχικός τίτλος ήταν "τα χριστούγεννα της ελιάς"... ο δημοσιευμένος τίτλος, όπως και η παραίνεση και η υποκίνηση (και επακόλουθα και οι ευχαριστίες) ανήκουν πλουσιοπάροχα στην καλή φίλη δημοσιογράφο Γκρέτα Χριστοφιλοπούλου που δεν κουράζεται να μας ξεσηκώνει...]