27.11.10

Γουρούνι στο σακί



Το άρθρο που θα διαβάσετε έχει δύο αναγνώσεις που συγκλίνουν σε ένα πράγμα: στην χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που ΕΜΕΙΣ οι ίδιοι επιλέγουμε να στείλουμε στην Βουλή δια της ψήφου μας.

Η πρώτη ανάγνωση, η ευθεία, αφορά την κυβερνητική πλειοψηφία (στην παρούσα περίπτωση την του ΠΑΣΟΚ) και τον τρόπο με τον οποίο εισάγει, «συζητά» και ψηφίζει σημαντικά, στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, νομοσχέδια στην Βουλή: συντάσσοντας την άγνοια τους «αγεληδόν» πίσω από τον αρχηγό και τις (άγνωστες) βουλές του, στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας».

Η δεύτερη ανάγνωση, η συμπερασματική, αφορά το πως οι αντιπολιτευόμενοι διαχειρίζονται τον ρουν των γεγονότων και ειδικά την συντεταγμένη «αγελαία» άγνοια των συμπολιτευομένων: συντάσσοντας ομοίως τη δική τους άγνοια «αγεληδόν» πίσω από τους αρχηγούς (εδώ είναι περισσότεροι του ενός πάντοτε), στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας».

Και στις δύο αναγνώσεις, ο λαϊκισμός (σε διάφορες μορφές, τόνους και εκφράσεις) επιλέγεται της μελέτης και της έκφρασης υπεύθυνης πολιτικής πρότασης, είναι ο εύκολος δρόμος μιας και «ουδείς προλαβαίνει να ενημερωθεί σε βάθος και σωστά». Το γεγονός ότι κάθε βουλευτής δικαιούται με έξοδα του κράτους ειδικούς συνεργάτες (και επιστήμονες) για να τον επικουρούν στα καθήκοντα του παραλείπεται μπροστά στο «δίκαιο» του συγγενούς ή του συνεπούς «Γκρούεζα».

Κατά τα λοιπά, και θα με συγχωρήσει η «νέα» πολιτική αρχηγός που θα την «πικράνω», οι βουλευτές λειτουργούν συνταγματικά ως ζωντανές πολιτικές οντότητες και όχι ως στρατιωτάκια ακούνητα και αμίλητα... Με εξαίρεση την ίδια και ολίγους άλλους σοβαρούς, οι «300» είναι «ζωντανές πολιτικές οντότητες» ως προς το λαβείν όχι ως προς το δούναι...

Σταματώ εδώ για να διαβάσετε το άρθρο του Γιώργου Λακόπουλου στη στήλη ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ, από ΤΑ ΝΕΑ της Πέμπτης 18 Νοεμβρίου 2010.

«∆εν ξέρατε τι υπογράφατε;». Το είπαν οι «τροϊκανοί» στη Λούκα Κατσέλη όταν τους αντέτεινε ότι δεν υιοθετεί την παράκαµψη της Εθνικής Συλλογικής Σύµβασης Εργασίας. Το κλιµάκιο των «µικροµεσαίων υπαλλήλων διεθνών οργανισµών», όπως θα έλεγε και ο Χρήστος Παπουτσής, απλώς µειδίασε µε συγκατάβαση: ας προσέχατε όταν υπογράφατε, κυρία µου. Εννοούσαν: θα εφαρµόσετε το Μνηµόνιο και θα πείτε κι ένα τραγούδι. ∆εν έχουν άδικο. Το περιεχόµενο του Μνηµονίου αποτελεί συµβατική υποχρέωση της χώρας. Εχει κυρωθεί από την ελληνική Βουλή ως διεθνής σύµβαση, άρα υπερισχύει και του καταστατικού χάρτη της χώρας.

Εδώ σηκώνουµε τα χέρια. Ποιος ακριβώς, πότε και µε ποια διαδικασία συνέταξε το Μνηµόνιο; Ποια φυσικά πρόσωπα και κατ’ εξουσιοδότησιν ποιων θεσµικών οργάνων της χώρας έκαναν τη διαπραγµάτευση; – αν έγινε ποτέ διαπραγµάτευση. Αυτά δεν τα µάθαµε ποτέ. Η Βουλή ψήφισε έναν νόµο, χωρίς να έχει υπόψη της το πλήρες κείµενο του Μνηµονίου και τις δανειακές συµβάσεις που το συνόδευαν. Πρώτα ψήφισε και µετά ενηµερώθηκε. Αν και δεν έχει σηµασία – γιατί οι βουλευτές συνηθίζουν να ψηφίζουν κάτι που δεν έχουν διαβάσει.

Αλλά ούτε το Υπουργικό Συµβούλιο, ως ανώτερο όργανο διακυβέρνησης της χώρας, συζήτησε ποτέ για το Μνηµόνιο, όπως επισηµαίνει σε άρθρο του ο Νίκος Κοτζιάς, παλαιός συνεργάτης του Πρωθυπουργού. Ο ιστορικός του µέλλοντος θα µείνει άφωνος όταν µελετήσει τα πρακτικά εκείνης της συνεδρίασης, που κράτησε - δεν κράτησε µισή ώρα, σύµφωνα µε το ρεπορτάζ της ηµέρας.

Ακούγονται κάπως κουφά όλα αυτά. Αλλά έτσι είναι. Στην περίπτωση του Μνηµονίου, δεν πήραµε απλώς γουρούνι στο σακί. Εµείς είµαστε το γουρούνι στο σακί. Για τους µεγαλο-Ευρωπαίους, άλλωστε, έτσι κι αλλιώς είµαστε ένα από τα τέσσερα γουρουνάκια. Ενα κείµενο που αλλάζει εκ θεµελίων τη χώρα δεν συζητήθηκε ποτέ στα αρµόδια όργανα διακυβέρνησής της. Ενδεχοµένως δεν ετέθη ποτέ και υπό κανονική διαπραγµάτευση.

Ηταν η µόνη εφαρµογή του «fast track». Πέρασε µε τη διαδικασία «take it or leave it». Το πήραµε και οι εντεταλµένοι της τρόικας µας πετάνε στα µούτρα ότι µετά την υπογραφή ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι δεν γίνεται καµία διαπραγµάτευση. Οι δανειστές µας εφαρµόζουν αυτό που έγραψε κάποιος σε έναν τοίχο στα Εξάρχεια: «Αν χρειαστώ την άποψή σου, θα σου την πω».