10.9.10

Η πολιτική, οι πολιτικοί και η αδιαφορία...



Άκουγα το πρωί στο ραδιόφωνο μια ανάλυση βασισμένη στα συμπεράσματα του
πολιτικού βαρόμετρου της Public Issue για τον ΣΚΑΪ και την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, που πραγματοποιήθηκε πανελλαδικά από τις 2 έως τις 6 Σεπτεμβρίου.
[...αστεία αστεία, το πολιτικό βαρόμετρο έφτασε στην 82η έκδοση... θα άξιζε και θα με ενδιέφερε να στήσω μια εκπομπή δημοσιογραφικής έρευνας, που θα μελετούσε διαχρονικά δείκτες και αποτελέσματα συνδυάζοντας τα με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής, πως εξελίχθηκε το πριν και το μετά σε βάθος χρόνου και πόσο επηρέασε την κοινή γνώμη, θα βοηθούσε πιστεύω και στην επικράτηση της ψύχραιμης και λογικής θεώρησης των πραγμάτων επί του λαϊκισμού...]
Επιστρέφω όμως στο θέμα για να μεταφέρω μια μέτρηση που επιβεβαιώνει αυτό που βλέπω και προσωπικά κάποιους μήνες τώρα στους κοινωνικούς χώρους (φυσικούς και ιδεατούς) που κινούμαι, όπως την επαλήθευσα από την διαδικτυακή έκδοση της Καθημερινής:
Μοιρασμένο είναι το ενδιαφέρον των πολιτών έναντι της πολιτικής, με ελαφρά υπερίσχυση εκείνων που δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται (52%), ενώ 47% δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται. Σαφέστατη, όμως, είναι η δυσαρέσκεια για τον τρόπο που λειτουργεί η Δημοκρατία στην Ελλάδα, με το 81% των πολιτών να εμφανίζονται δυσαρεστημένοι και μόλις το 18% να δηλώνει ικανοποιημένο.

Αυτός ο δείκτης ουσιαστικά συμπυκνώνει την απογοήτευση για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, που αποτυπώνεται και στα υπόλοιπα ερωτήματα της δημοσκόπησης, αποτελεί, όμως, ταυτόχρονα και δείγμα ανησυχίας για τη λειτουργία συνολικά των θεσμών που εγγυώνται τη σωστή και αποτελεσματική λειτουργία της Δημοκρατίας.

Αυτός ο δείκτης κατά τη γνώμη μου αποδεικνύει και κάτι άλλο, αποδεικνύει ότι οι Έλληνες πολιτικοί των τελευταίων δεκαετιών, τόσο με αυτά που έκαναν αλλά κυρίως με αυτά που δεν έκαναν, αποστέωσαν οι ίδιοι τον ρόλο τους. Έγιναν συντεχνία, κλειστό επάγγελμα, για να προστατέψουν τη δουλειά τους, τις παροχές τους, τις απολαβές τους, έτσι αποξένωσαν τον πολίτη από τα κοινά, τον έθισαν στην εύκολη και άκοπη λογική εξυπηρέτησης ατομικών συμφερόντων, τον τοποθέτησαν απέναντι στα κοινά, θεατή και κριτή αντί μέτοχο και διαμορφωτή.

Ο πολίτης που ανήκει στο 47% που δηλώνει πως «δεν ενδιαφέρεται» είναι αυτός που δεν κατανοεί π.χ. τον λόγο ύπαρξης μιας πλατείας αν δεν μπορεί να παρκάρει εκεί το αυτοκίνητο του, που πετά ανενόχλητος το πλαστικό ποτήρι του καφέ στο δρόμο αλλά ενοχλείται όταν οι άλλοι το κάνουν και αυτός ο δρόμος είναι έξω από το σπίτι του, είναι είναι αυτός που αντιδρά σε ότι θίγει τα εις βάρος του συνόλου κεκτημένα του αλλά δεν σκέφτεται ούτε προτείνει κάποια λύση γιατί δεν είναι δικό του πρόβλημα, είναι αυτός που αρνείται να αναλάβει ακόμα και διαχειριστής της πολυκατοικίας του καθώς «οι δουλειές του δεν του αφήνουν χρόνο να ασχοληθεί», χρόνο που όμως διαθέτει αφειδώς για να σχολιάσει και να κριτικάρει το έργο όσων ασχολούνται για να διαμορφώσουν και υπηρετήσουν τα κοινά...

Είναι ο πολίτης που έχει εκπαιδευτεί εδώ και τριάντα χρόνια (μαθησιακά και κοινωνικά) από τους κυβερνήτες που αυτός επέλεξε να θεωρεί πως η ζωή του δεν επηρεάζεται αρκεί π.χ. να φύγουν τα σκουπίδια του από την «αυλή του» και το ηλεκτρικό ρεύμα που καταναλώνει να μην παράγεται στην γειτονιά του, να πιστεύει ότι είναι υποχρέωση κάποιων άλλων να φροντίζουν π.χ. να πληρώνουν ώστε αυτός να εισπράττει στο τέλος του μήνα τον μισθό του και τα επιδόματα του, να αντιλαμβάνεται την εργασία ως το «αναγκαίο κακό» για το οποίο πρέπει κατά περιόδους (ιδανικά κάθε μέρα, αλλά τι είναι ιδανικό σε αυτή την κοινωνία...) να εγκαταλείπει την άνεση της πολυθρόνας στη βεράντα της μεζονέτας του για να μεταβεί και δηλώσει «παρουσία» σε χώρο συναθροίσεως ομοιοπαθών...

Πιστεύω δε ότι δεν είναι μόνο 47% οι πολίτες αυτοί, πιστεύω ότι και σημαντικό μέρος του 52% που δηλώνει ότι «ενδιαφέρεται και ασχολείται» θεωρεί ως ενασχόληση την αντίδραση χωρίς πρόταση δράσης, την αποδόμηση χωρίς οικοδόμηση, την ισοπέδωση και όχι την ανάδειξη. Πιστοί οπαδοί του δόγματος «αφού δεν έχουμε κι εμείς κατσίκα, ας ψοφήσει τουλάχιστον και η κατσίκα του γείτονα...!!»

Συμπεριφορές του ύψους και του βάθους, χωρίς μέτρο, κλασσικά συμπτώματα μιας κοινωνίας που παρακμάζει, ανθρώπων χωρίς παιδεία, χωρίς ενδιαφέροντα, χωρίς αναζητήσεις. Φυσιολογική επωδός του ότι οι «χρήσιμοι» της κοινωνίας (ήτοι όσοι έχουν έμπρακτο ενδιαφέρον για την βελτίωση και την πρόοδο της) αφήσαμε επί μακρόν την δομή και διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων στους «άχρηστους», παρ' όλο που βλέπαμε την προφανή αποτυχία, εν τη απουσία θεσμών ελέγχου που θα αποκάλυπταν ότι το ενδιαφέρον των «αχρήστων» δεν ήταν να βελτιωθούν οι ίδιοι και επακόλουθα να βελτιώσουν τα κοινά, αλλά να δημιουργήσουν τις δομές και την «κρίσιμη μάζα» εκείνες που θα τους διατηρούσαν εν ισχύ στο (ιδεατά) διηνεκές...

Έτσι, δεν αντιδράσαμε όταν καταλάβαμε ότι δεν δημιουργούνται δυνατότητες και
ευκαιρίες ώστε ο πολίτης να διαβάσει, να δει, να ακούσει, να συζητήσει, να γίνει καλύτερος. Δεν αντιδράσαμε όταν είδαμε να διορίζονται αναφανδόν άνθρωποι χωρίς προσόντα σε θέσεις απαιτήσεων του δημοσίου. Δεν αντιδράσαμε όταν βιώσαμε την προκλητική άρνηση των ανθρώπων αυτών -που ξέραμε ότι εμείς πληρώνουμε- να μας εξυπηρετήσουν και να διευκολύνουν τη ζωή μας για να μην δυσκολέψει η δική τους και φανερωθεί η αμάθεια τους. Δεν αντιδράσαμε όταν ακούσαμε να υποβαθμίζεται η πολιτική από στρατηγική διαμόρφωσης και ανάπτυξης των κοινών σε παράθεση τεχνικών ορολογιών στο οικονομικό πεδίο.

Και επιτρέψαμε να διαμορφωθεί πίσω από τους «άχρηστους» ένα σιωπηλό ρεύμα συναινούντων, που αρκούνταν στο να μην επιβαρύνονται με την ασχολία του σκέπτεσθαι, η οποία αποδεικνυόταν όλο και πιο κοπιαστική για να εντρυφούν σε αυτή απαίδευτοι εγκέφαλοι. Όσο για το ρεύμα, διευρύνθηκε εντυπωσιακά την τελευταία δεκαετία, όταν η ωρίμανση των πρώτων γενεών «αχρήστων» και η παγίωση τους σε θέση «ευθύνης» επέτρεψε την περαιτέρω απαξίωση της παιδευτικής λειτουργίας της κοινωνίας.

Αυτό είναι το 47% (ή και περισσότερο) που δεν ενδιαφέρεται, είναι αυτοί που δεν έχουν εκπαιδευθεί να σκέπτονται και δεν θέλουν να κουραστούν κάνοντας το, μη αντιλαμβανόμενοι ότι η αδιαφορία τους ουσιαστικά ενισχύει τους «αχρήστους», ως τους μόνους έχοντες συμφέρον το σκέπτεσθαι των υπολοίπων να είναι υποδεέστερο του δικού τους μη-σκέπτεσθαι, μια αέναη δίνη διαρκούς υποβάθμισης της κοινωνίας μέσα από οργανωτικά σχήματα και διαδικασίες που ενισχύουν τους παράλληλους μονολόγους, την ομαδοποίηση και τον «συγκεντρωτικό γιγαντισμό» θεσμών και λειτουργιών, που υποβαθμίζουν τελικά τη σκέψη και την άποψη, λειτουργίες που στηρίζονται πρωταρχικά στη γνώση, τη συζήτηση, τη συμμετοχή, την έκφραση, την κοινωνικότητα, την διαρκή βελτίωση του πολίτη.

Ενός πολίτη που, ως άνθρωπος, άνω θρώσκει, που επιζητεί την πρόοδο και την εξέλιξη, που δημιουργεί κοινότητες και κοινωνίες και αναδεικνύεται μέσα σε αυτές και μέσα από αυτές για τις αξίες του και τη συνεισφορά του στο κοινό συμφέρον, που άγει και δεν άγεται, φέρει και δεν φέρεται, κατευθύνει και δεν κατευθύνεται. Που διευρύνει τον κύκλο επιρροής του μέσα από την διαρκή του βελτίωση και την συνύπαρξη με άλλους πολίτες ίσους ή καλύτερους από τον ίδιο, που επιλέγει την πρόταση, την συμμετοχή, την κοινή προσπάθεια, το αποτέλεσμα και όχι την
«ψήφο-λευκή επιταγή τετραετίας» στο «μη χείρον» εκ δύο κακών.

Του πολίτη δηλαδή που δεν θέλουν τελικά οι πολιτικοί μας, τουλάχιστον η καθεστηκυία τάξη αυτών, καθώς δεν αποτελεί κομμάτι του μηχανισμού «αυτοσυντήρησης» που έχουν με συνέχεια και συνέπεια τόσα χρόνια χτίσει, αλλά τη Νέμεση του, τη θεία δίκη... Όσο κι αν επαίρονται περί του αντιθέτου...

Γιατί, τελικά, όλοι τους σκίζονται να εξυπηρετήσουν την κυρά Μαρία (με τους είκοσι, ίσως και τριάντα σταυρούς σόι) που επιθυμεί να βολέψει τον ημιμαθή «απελευθερωτή σχολείων» κανακάρη της σε κάποιο ΤΕΙ («...έστω και στην επαρχία βρε παιδί μου!!») για να μην πάει ακόμα φαντάρος «μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε να το τακτοποιήσουμε το παιδί στο δήμο ή τη νομαρχία, αλλιώς θα είναι καταδικασμένος να τρέχει ολημερίς στα χωράφια σαν τον πατέρα του και να μη δει προκοπή...!!».

Και δεν της λένε ευγενικά ότι «τ'αγαθά κόποις κτώνται», γιατί αυτό ο κανακάρης της δεν ξέρει να της το εξηγήσει, δεν περιέχεται στις 12 σελίδες αρχαίων που είχε και δεν διάβασε για τις εξετάσεις, τέλος πάντων, το όνομα του το έγραψε σωστά, έτσι πέρασε σε μια σχολή να πάρει ένα χαρτί, μετά θα πάει φαντάρος, θα έχει φύγει και η τρόϊκα, θα έχουν στρώσει τα πράγματα, θα τον βολέψουν κάπως και στον δήμο, τους βολεύει που αυτός πάντα θα μένει ανεπρόκοπος και πάντα θα τους ψηφίζει από υποχρέωση για «το καλό που του έκαναν και έχει έναν μισθό στάνταρ και του έμειναν κι εκείνα τα στρέμματα με τις ελιές που φρόντιζε ο πατέρας και έχει τους Αλβανούς και τα φροντίζουν, μη τυχόν και τον πει το χωριό "τεμπέλη και ανεπρόκοπο..."»