4.9.10

Η «παντιέρα ρόσα» του ΕΒΕΑ



Μια διαπίστωση που εδώ και πολλά χρόνια συζητώ με φίλους είναι το έλλειμμα πραγματικής, πρωτογενούς, παραγωγής στην Ελλάδα.

Έλλειμμα που πλέον στις μέρες μας έχει μετεξελιχθεί σε αδυναμία, σε άγνοια της διαδικασίας παραγωγής, σε άρνηση του κόπου που αυτή συνεπάγεται, σε αναζήτηση του εύκολου κέρδους και του άκοπου πλουτισμού.

Παραδείγματα έχω να σας πω πολλά, αλλά τα βλέπετε και μόνοι σας αν κοιτάξετε χωρίς κομματικές παρωπίδες γύρω σας.

Τότε θα δείτε π.χ. τις καλλιέργειες φωτοβολταϊκών εγγυημένης απόδοσης επί εικοσαετίαν με τις οποίες θα σιτιζόμεθα πλέον όλοι (γιατί εμείς δεν είμαστε παρακατιανοί σαν τους Ρώσους, τους Γάλλους ή τους λοιπούς αγρότες της ηπείρου να τραβολογιόμαστε στα χωράφια μέσα στο κρύο και τη ζέστη...).

Όπως θα δείτε σίγουρα και την ελληνική παραγωγή βιομηχανικού εξοπλισμού δια της μεθόδου της λογιστικής συναρμολόγησης σε ...συστήματα (γιατί εμείς δεν είμαστε παρακατιανοί σαν τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Ιρλανδούς, τους Κινέζους να στήνουμε βιομηχανίες όπου η μηχανιστική διαδικασία θα υποβαθμίζει την πνευματικότητα του ανθρώπου...)

Αυτά και άλλα πολλά, σχολιάζει στο άρθρο του στην Καθημερινή, στις 29.08.2010, ο Πάσχος Mανδραβέλης, με τον τίτλο η «παντιέρα ρόσα» του ΕΒΕΑ. Διαβάστε το...

Μπορεί να συγκινήθηκε μέχρι και ο κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης από την εκτίμηση του ΕΒΕΑ ότι «το Μνημόνιο δεν αποτελεί συνολική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, αλλά μια τοκογλυφική διαδικασία επιβολής εύκολων, ισοπεδωτικών και αναποτελεσματικών επιλογών που, αντί να εκσυγχρονίζουν, κατεδαφίζουν, αντί να αναπροσανατολίζουν, αποσυνθέτουν και αντί να εξοικονομούν πόρους, προσθέτουν φτώχεια, διευρύνουν ανισότητες και αποδυναμώνουν ελπίδες και προοπτικές», αλλά σαφώς η στόχευση είναι διαφορετική. Άλλαι μεν αι βουλαί ΣΥΡΙΖΑ, άλλα δε ΕΒΕΑ κελεύει. Η σύμπτωση αφορά μόνο την ανάλυση του προβλήματος της ελληνικής οικονομίας.

Στην Ελλάδα ανάπτυξη θεωρείται να παράγουν οι Γερμανοί κι εμείς να τους βοηθάμε να εμφανίζουν καλό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών. Εξ ου και ο πανσυντεχνιακός κλαυθμός ότι οι περιοριστικές πολιτικές στη ζήτηση υπονομεύουν την ανάπτυξη. Η αλήθεια είναι ότι ο περιορισμός του διαθέσιμου εισοδήματος βλάπτει την παραγωγή, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας (με έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 15%), η παραγωγή που βλάπτεται είναι αλλού.
Δηλαδή η κλασική κεϊνσιανή συμβουλή να ανοίγουμε αχρείαστες τρύπες για να διοχετευθεί εισόδημα στην αγορά και αυτό με τη σειρά του να τροφοδοτήσει τη ζήτηση και συνεπώς την παραγωγή, στην περίπτωσή μας δεν δουλεύει. Το πλεονάζον εισόδημα που θα διοχετευθεί θα πάει στους Ισπανούς για να αγοράσουμε ντομάτες, στους Χιλιανούς για μήλα, στους Τούρκους για φακές και στους Γερμανούς για αυτοκίνητα. Εμείς στο τέλος της ημέρας θα μείνουμε με τις τρύπες και με την απορία πώς από ρυθμό ανάπτυξης 4% βρεθήκαμε (μόλις κόπηκαν τα δανεικά) στο μείον 4%.

Ο περιορισμός της ζήτησης είναι αναγκαίος, ειδικά αν σου κόψουν τον τροφοδότη λογαριασμό των δανεικών και (κατά πολλούς στις διεθνείς αγορές) αγύριστων. Δεν είναι όμως ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη. Για να ξεκολλήσει η ελληνική οικονομία χρειάζεται και τη ζήτηση, η οποία όμως έπεται της παραγωγής, όπως το κάρο μπαίνει μετά τα άλογα. Η λογική της ανάπτυξης διά της κατανάλωσης (την οποία ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ υπηρέτησε ως γενικός γραμματέας του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας επί Αλογοσκούφη) δεν αποδείχθηκε μόνο βραχυπρόθεσμη, είναι σήμερα αδύνατη. Λεφτά δεν υπάρχουν, όπως θα έλεγε και ο πρωθυπουργός.

Η αλήθεια είναι ότι το Μνημόνιο τα αλλάζει όλα. Πιο βίαια από όσο θα μπορούσαμε να το κάνουμε πριν από μερικά χρόνια, αλλά σίγουρα δραστικά. Το στρεβλό οικονομικό μοντέλο -το οποίο απομυζά με συνέπεια ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρών του κ. Μίχαλου στο ΕΒΕΑ- έχει τελειώσει. Μαζί με την τακτική να μειώνουμε την ανεργία διά μαζικών προσλήψεων στο Δημόσιο (ώστε να ανοίγουν τις κεϊνσιανές τρύπες), έχουν τελειώσει και οι πρακτικές της στρεβλής επιχειρηματικότητας: και τα μαγαζάκια των 50 τ. μ. με τους συντελεστές κέρδους 200% (πώς αλλιώς θα τα βγάζουν πέρα, πληρώνοντας και διά των υψηλών ενοικίων τη φούσκα της κτηματαγοράς;), και οι επενδύσεις που μόνο στόχο έχουν φοροαπαλλαγές και κρατικές ενισχύσεις, και οι υπηρεσίες που δεν χρειάζονται σε κανέναν παρά μόνο στους πολιτικούς πάτρωνες των παραγωγών τους (26 εφημερίδες έχει η Αθήνα, 10 κανάλια και ουκ έστιν αριθμός ραδιοφώνων). Η χρεοκοπία και ουχί το Μνημόνιο τα αλλάζει όλα.

Έτσι, παρά τους κλαυθμούς της ανορθολογικής Αριστεράς ότι το Μνημόνιο αποτελεί την αιχμή του δόρατος του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου, αποδεικνύεται ότι το ντόπιο κεφάλαιο συνοδοιπορεί μαζί της κατά του Μνημονίου, ενώ το διεθνές κεφάλαιο δεν δίνει φράγκο. Σίγουρα το Μνημόνιο δεν είναι ευαγγέλιο ούτε ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας τύχει. Απλώς ήμασταν τυχεροί να βρούμε τα 110 δισ. ευρώ που έχουμε άμεση ανάγκη και τα τρία χρόνια να τα αλλάξουμε όλα. Πριν απ’ όλα τις αντιλήψεις μας για την οικονομία.