26.8.10

Κράτος άκρατον...



«Πιστεύεις ότι κάτι μπορεί να αλλάξει;» με ρώτησε χθες στο πλοίο από την Ζάκυνθο για την Κυλλήνη ο Γιάννης, ένας νεαρός συνεπιβάτης που πριν λίγο είχαμε γνωριστεί. «Είναι καθαρά θέμα νοοτροπίας, αυτή πρέπει να αλλάξει και πρέπει να αλλάξει σε βάθος, από τις νεαρές ηλικίες, και σε εύρος, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές της χώρας μας, από άκρου εις άκρον, πρέπει να αλλάξει, αν χρειαστεί ακόμα και με δημοκρατική επιβολή της ορθής νοοτροπίας», του απάντησα. Η κουβέντα μας συνεχίστηκε σε διάφορα θέματα, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, συμφωνήσαμε να βρεθούμε ξανά, να πάμε στο εστιατόριο του Γιάννη στην παραλία Ασπροπύργου για ψαράκι...

Αργότερα, στον δρόμο για Αθήνα, σε κάποια συχνότητα έπιασα εκπομπή από το ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ. Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γιατζόγλου μιλούσε για τις Σπέτσες και τα γραφικά αμαξάκια. Συνομιλητής του κάποιος Σπετσιώτης αμαξάς.

Η συζήτηση, αφού περιπλανήθηκε στο γραφικό και όμορφο θέαμα του αμαξακίου και στην συμβολή του στο συνολικό αξιοθέατο του νησιού, έφτασε στην ερώτηση-κλειδί: «υπάρχει μέλλον σε αυτό που κάνετε;;» (...οι διάλογοι περιφραστικοί και περιληπτικοί, όπως τους συγκράτησα στο μυαλό μου...) η ερώτηση του δημοσιογράφου, «πρέπει να ενεργοποιηθεί και να μας στηρίξει η πολιτεία» η απάντηση του συμπαθούς κατά τα λοιπά αμαξά, «ναι, αλλά ενδιαφέρονται νέα παιδιά να μάθουν και να ακολουθήσουν το επάγγελμα του αμαξά;» ξαναρωτά ο δύσμοιρος δημοσιογράφος, «πρέπει να ενεργοποιηθεί και να μας στηρίξει η πολιτεία» η μόνιμη επωδός του συμπαθούς κατά τα λοιπά αμαξά... «Όλα καλά, αλλά όχι να βάλουμε και τα αμαξάκια στο ΕΣΠΑ...», το σχόλιο του δημοσιογράφου μετά το τέλος της τηλεφωνικής συνδιάλεξης...

Φυσιολογικό σχόλιο... (Όσο κι αν διαφωνώ με την υπεραπλούστευση που περιέχει...) Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ένας, είναι όλοι, είναι οι πολλοί Έλληνες της περιφέρειας, της επαρχίας (θα το πω, δεν ντρέπομαι τις λέξεις...). Είναι η Ελλάδα αυτή που μετά την μεταπολίτευση αντί να μάθει να παράγει κοπιών, «επένδυσε» στην Αλλαγή, στην ήσσονα προσπάθεια, στο ζην ακόπως και ακινδύνως...

Είναι ο «λαός» που δεν έχει μάθει να επιχειρεί (κι ούτε πρόκειται να μάθει ποτέ...), μόνο έχει μάθει να περιμένει από τον «μεγάλο πατερούλη» να του οργανώσει και ρυθμίσει τη ζωή του... Αυτός δε νιώθει παρά ένας πειθήνιος υπάλληλος ενός αόρατου εργοδότη...

Κάποιο κράτος, κάποιο κόμμα, ο δήμαρχος, ο νομάρχης, ο κομματάρχης αυτός θα του κανονίσει τις «δουλειές», πόσα θα εισπράττει, τι φόρο δε θα πληρώνει, την επιδότηση για τις ελιές στη θάλασσα, τι τέλος θα εισπράττει από τα πλοία (όλα τα πλοία!!) και τους τουρίστες (όλους τους τουρίστες!!) που «πιάνουν Σπέτσες»...

Αυτός μόνο πρέπει να ψηφίζει... Ούτε καν αποδείξεις δε χρειάζεται να κόβει, αφού έτσι κι αλλιώς δεν κάνει φορολογική δήλωση, του κρατάν ότι του κρατήσουν από την επιδότηση για τις ελιές, έχει και κρατήσεις από τη σύνταξη του αντιστασιακού για τότε που παιδί ακόμα έβλεπε σκαρφαλωμένος στο δέντρο να περνάνε οι Ιταλοί με τα καράβια από παρέκει και άκουγε τις βόμβες να σκάνε στον Πειραιά...

Αν λοιπόν θέλουμε να πάμε μπροστά, πρέπει να στοχεύσουμε εκεί, σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν εξαρτήσει τη ζωή τους από το κράτος... Ένα κράτος άκρατο... Πρέπει να παρέμβουμε στον κοινωνικό τους ιστό και να αντικαταστήσουμε την έννοια του «κράτους-πατριάρχη και υπέρτατου παρόχου ζωής προς τους πολίτες» με την έννοια του «κράτους διαμορφωτή και διαχειριστή σχέσεων συμβίωσης μεταξύ πολιτών»...

Και πριν, ή έστω παράλληλα με αυτό, να διαμορφώσουμε πολίτες, σοβαρούς, υπεύθυνους, δέκτες και πομπούς παιδείας και πολιτισμού, που να μπορούν να διακρίνουν το ιδιωτικό από το κοινό, το δημόσιο, και να ενδιαφέρονται εξίσου και για τα δύο, που να σέβονται τον εαυτό τους δια μέσου του σεβασμού του συμπολίτη τους, που να μοιράζονται και να βοηθούν όχι από υστεροβουλία αλλά από διάθεση προσφοράς, ανεξάρτητους και περήφανους δουλευτές (σε όποια δουλειά τους ευχαριστεί) που θα παράγουν χωρίς να περιμένουν τίποτα από τους άλλους...

Όπως οι παππούδες μας... Που έχτισαν την Ελλάδα αυτή που εμείς γκρεμίζουμε σήμερα, πολεμώντας δεκαετίες ολόκληρες ενάντια σε κατεστημένα, κράτη, συστήματα... Που έγιναν καλύτεροι, σοφότεροι, ωριμότεροι, ακριβώς γιατί δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο, ούτε είχαν τίποτα ως δεδομένο...

Και που, σε τελική ανάλυση, αν ήθελαν να γίνουν αμαξάδες στις Σπέτσες, δεν είχαν παρά να μάθουν την τέχνη και την τεχνική δουλεύοντας δίπλα σε κάποιον παλαιότερο, να αποκτήσουν τη δική τους άμαξα, το δικό τους άλογο, τις δικές τους εγκαταστάσεις και μετά να γίνουν γνωστοί στην τοπική κοινωνία για τα βασικά στοιχεία ενός καλού επαγγελματία: ποιότητα του επαγγελματία, ποιότητα της υπηρεσίας, ταχύτητα της παροχής, κοινωνική συνείδηση και προσφορά, σωστή σχέση τιμής προς απόδοση, διαμόρφωση σχέσεων με την κοινωνία (το κομμάτι εκείνο) που εξυπηρετούσαν και το οποίο θα τους στήριζε τελικά στην κάθε κακοτοπιά. Γιατί το κράτος δεν υπήρχε καν πόσο περισσότερο δεν ήταν εκεί να επιδοτεί και να συντηρεί κάθε κακή επιχειρηματική προσπάθεια όπως σήμερα...