25.6.10

Kίτρινη κάρτα...



Συναντιούνται δυο φίλοι από τα παλιά στον δρόμο. Αγκαλιές, φιλιά, χαρές, αποφασίζουν να πάνε για μια μπύρα να θυμηθούν όμορφες στιγμές...

Μερικές ώρες και αρκετές μπύρες μετά, πετάγεται ο πρώτος και λέει: «Ρε Μήτσο, πρέπει να φύγουμε, ξεχάστηκα με την κουβέντα και είχα υποσχεθεί να γυρίσω νωρίς σπίτι για φαγητό, αλήθεια, θες να πάμε σπίτι να γνωρίσεις και την οικογένεια;»

«Ωραία ιδέα ρε φίλε,» απαντάει ο δεύτερος, «Πάμε!!»

Όταν έφτασαν, άνοιξαν την πόρτα και είδαν την γυναίκα του πρώτου φίλου να πλένει τα πιάτα.

Τους βλέπει εκείνη και αρχίζει: «Ήρθες, ρε ακαμάτη; Τι ώρα είναι αυτή; Βλέπω έφερες και το γομάρι τον φίλο σου... Εγώ μαγείρεψα μόνο για την οικογένειά μου, οπότε πάρτε τα κουβαδάκια σας και σε άλλη παραλία!»

Λίγο μετά μπαίνει ο γιος του στο σαλόνι: «Γεια σου, κωλόγερε!»
Από πίσω και η πεθερά: «Ήρθες, ρε μαλάκα; Γιατί δεν πας στο καλό, να αφήσεις το κοριτσάκι μου ήσυχο ρε;»

«Ρε φίλε», λέει ο δεύτερος, «δεν πάμε στο δικό μου σπίτι γιατί εδώ σε λίγο, θα φάμε και ξύλο; Εδώ τα πράγματα είναι πολύ άγρια...»

«Να πάτε στον αγύριστο!», φωνάζει η πεθερά.

Μόλις έφτασαν στο σπίτι του Μήτσου, βρήκαν τη γυναίκα του να μαγειρεύει.

«Ήρθες αντρούλη μου, κολόνα του σπιτιού μου;; Έφερες βλέπω και τον φίλο σου! Καλά έκανες, αγάπη μου!»

«Γεια σου μπαμπακούλη», του λέει η κόρη του σε στάση προσοχής.

«Γαμπρούλη μου, καλώς όρισες! Το φαγητό είναι έτοιμο, ωραίο και ζεστό!», πετάγεται από μέσα η πεθερά.

«Ρε φίλε», τρελαίνεται ο πρώτος, «πως τους καταφέρνεις όλους και σου φέρονται έτσι;»

«Να, είναι απλό. Όλα άρχισαν με το σκύλο.
Μια μέρα τον είδα να κοιμάται στο κρεβάτι μου. Του δείχνω μία κίτρινη κάρτα.
Μια άλλη μέρα, μπλέχτηκε στα πόδια μου. Του δείχνω δεύτερη κίτρινη κάρτα.
Τέλος μια άλλη φορά τον είδα να τρώει μέσα στο πιάτο μου!!!
Χωρίς άλλη σκέψη του βγάζω κόκκινη κάρτα αρπάζω την καραμπίνα και τον καθαρίζω».

«Δε σε καταλαβαίνω...», λέει ο πρώτος φίλος κοιτώντας με απορία...!!!

«Τι δεν καταλαβαίνεις φίλε;; Όλοι αυτοί που βλέπεις εδώ μέσα έχουν ήδη από δύο κίτρινες κάρτες!!!»