11.6.10

«Ούυυυυυυ!!!»... ιδέα του θα ήταν...



Το σκοτάδι είχε πέσει... είχε αρχίσει να βάζει λίγη ψύχρα... είχαν πει ότι την άλλη μέρα θα έβρεχε, η πόλη θα απολάμβανε Σαββατιάτικα λίγη δροσιά πριν το καυτό γαϊδουροκαλόκαιρο...

Ο πεζόδρομος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου μπροστά του απλωνόταν άδειος... ή σχεδόν άδειος... άφησε πίσω του τη διασταύρωση με τη βουή από τις καφετέριες και τα πρώτα μαγαζιά της Πλάκας... ήθελε λίγη ηρεμία, θα περπάταγε ως κάτω το Θησείο, θα έπαιρνε το τρένο από κει...

Έριξε μια κλεφτή ματιά στο Μουσείο, ήταν εκεί και απόψε όπως πάντα, ειδυλλιακά φωτισμένο μέσα στη νύχτα, να του θυμίζει ότι μερικά πράγματα πρέπει να γίνουν για να τα εκτιμήσουμε...

Κοίταξε ξανά μπροστά του, είδε και το Ηρώδειο φωτισμένο, πρόσεξε την «έκτακτη πανίδα» της περιοχής, οδηγοί, ασφάλεια, καμεραμεν, ηχολήπτες, δημοσιογράφοι, σιωπηλοί παρατρεχάμενοι, κατάλαβε ότι είχε παράσταση και είχε και επισήμους... «Ας είναι», σκέφτηκε, «τι με χαλάει εμένα; θα τους προσπεράσω και θα συνεχίσω τη βόλτα μου...»

Και τότε το άκουσε... στην αρχή νόμισε ότι ήταν ο αέρας, το θρόϊσμα από τα φύλλα των δέντρων... συγκέντρωσε ασυναίσθητα την προσοχή του... ένιωσε στους γύρω του αυτή την απροσδιόριστη αναταραχή της πανίδας πριν την καταιγίδα... «Ουυυυυυυ...», ναι ήταν «ουυυυυυ...» και δεν ήταν ο αέρας...

Του φάνηκε παράξενο... αν ήταν Χριστούγεννα θα μπορούσε να το βάλει σκέτο μαζί με τα «γκι», θα ήταν διακοσμητικός ο ρόλος του... αλλά δεν ήταν Χριστούγεννα... το μυαλο του πήγε αμέσως στο θρίλλερ, «μήπως πέρασα σε άλλη διάσταση...;;», σκέφτηκε, και κοίταξε γύρω του ασυναίσθητα περιμένοντας μέσα στην αναστατωμένη πανίδα να διακρίνει τον λύκο πάνω στον βράχο να ουρλιάζει στο φως του φεγγαριού... ούτε αυτό όμως ήταν...

«Κλάμα είναι, λυγμός, απλά εγώ δεν το ακούω καλά...», είπε κι αναθάρρησε. Τα βήματα του τον είχαν φέρει έξω από το φτωχικό μιας νεαρής συγγραφέως, Βίκυ θαρρώ την έλεγαν, «την φτωχή...», σκέφτηκε ασυναίσθητα, «να δουλεύει τόσα χρόνια, να δανείζεται για να βάλει ένα κεραμίδι στο κεφάλι και να γηροκομήσει εκείνον τον συμπαθή γερο-υπουργό που αγάπησε ως κορίτσι και αυτοί να την κατηγορούν»... Κοίταξε προς το μέρος του παλιού σπιτιού, ήταν σκοτεινά...

Τότε τι «ουυυυυυυ» ήταν αυτό που άκουσε;; Γιατί δεν ήταν και γήπεδο εκεί κοντά, να έλεγε ότι το παρατεταμένο «ουυυυυυ» είναι η υποδοχή των γηπεδούχων θεατών στον φιλοξενούμενο... ή έστω η αποφώνηση μιας οικτρής εμφάνισης της ομάδας τους... δεν ήταν γήπεδο εκεί κοντά...

Σκέφτηκε ότι θα ήταν τίποτα σκυλιά, οι παρίες του μεγαλοαστισμού μας, που θα παιχνίδιζαν με τους περαστικούς, κι ετοιμάστηκε να αποδώσει στην κακή του ακοή το ότι δεν άκουσε το «...στ» που συνοδεύει το «ου...». Όμως ήταν προφανές ότι η έκτακτη πανίδα των παρατρεχάμενων, είχε εξορίσει προ πολλού τους μόνιμους κατοίκους του πεζόδρομου...

«Ουυυυυυυυυ!!!»... Το άκουγε ακόμα στο βάθος του μυαλού του... Λες να ήταν τελικά μόνο εκεί;; Να μην ηκούσθη ποτέ;; Λες να ήταν η φαντασία του;; Ώρα τώρα να τον είχε κυριεύσει κανένας κακός «αυτοκτονικός ου...δεασμός» να μην τον αφήνει να απολαύσει τη μέρα του... Μπα, τη Δευτέρα θα τηλεφωνούσε στο φίλο του τον γιατρό να το κοιτάζανε...

Ως τότε όμως τι θα έκανε με το «ου»;; Πως θα το αντιμετώπιζε;; Είχε φτάσει στου Φιλοπάππου, κανονικά έπρεπε να πάρει την κατηφόρα για το Θησείο, τα βήματα του όμως τον πήγαν από την άλλη... Κάθισε σε έναν βράχο να σκεφτεί... «Βρε παιδί μου, δε θέλω ου...», σκέφτηκε, αυτή ήταν η λύση για το Σαββατοκύριακο, και τότε θαρρείς και στάθηκαν μπροστά του οι πρόγονοι του που είχαν κάτσει στον ίδιο βράχο...

Άρχισε να σκέφτεται διάφορα...αυτή ήταν η λύση... όχι το «ούυυυυυυυ», το «δεν θέλω ου!!!»... Άρχισε να κάνει αναλύσεις με το μυαλό του για το ποιο είναι αυτό το «ου» και ποια χρήση και ερμηνεία έχει... π.χ. λέμε ως λαός «θέλεις; ναι ή ου, άλλη απάντηση δε χωράει», ε, όταν μας απαντούν «δεν θέλω ου!!!» πρέπει να μας ξεκαθαρίζουν αν τοποθετούν το κόμμα πριν το ου... διότι άλλο το «δεν θέλω ου!!!» κι άλλο το «δεν θέλω, ου!!!»...

Ένιωσε ότι κατέληγε κάπου... αυτό το κόμμα είναι που κάνει τη διαφορά... και τη διαφθορά... κι αν δεν το προσέξεις και το αφήσεις ανεξέλεγκτο να κάνει ότι θέλει στην πρόταση μπορεί να βρεθείς προ εκπλήξεων... γιατί το κόμμα έχει τη δική του (αναρχο)αυτόνομη ύπαρξη, χωράει παντού, και πριν από το «ου» και μετά από αυτό... ολόκληρο κόμμα είναι...

Κοίταξε το ρολόϊ του... με όλες αυτές τις σκέψεις η ώρα είχε περάσει... αποφάσισε να γυρίσει πίσω, θα άφηνε την υπόλοιπη βόλτα για άλλη φορά... Σηκώθηκε και τάχυνε το βήμα...

Λίγο παρακάτω, η «έκτακτη πανίδα», οι παρατρεχάμενοι ήταν σε αναβρασμό, τρέχαν γύρω γύρω, προσπαθούσαν να οργανωθούν, να βρουν τη θέση και το ρόλο τους μέσα στο βράδυ... Και τότε τον είδε, άναψαν τα φώτα και τον είδε...

Προσπάθησε να ακούσει... Δεν μπόρεσε... Αν και μίλησε αρκετή ώρα, δεν μπόρεσε να τον ακούσει... Ο ήχος δεν μπορούσε να περάσει, τον έπνιγαν οι παρατρεχάμενοι σε ρόλο ηχοπετάσματος...

Γύρισε σπίτι, έβαλε την τηλεόραση, τον άκουσε να μιλάει ήρεμα, ήσυχα, απλά... Είχε πάει να παρακολουθήσει μια παράσταση... μια ωραία παράσταση... μια πολύ ωραία παράσταση... και ήταν όλα τόσο όμορφα, τόσο ειδυλλιακά, τόσο υπέροχα εκείνο το βράδυ του Σαββάτου...

Άλλαξε κανάλι, και ξανά, και ξανά, τον είδε και πάλι, παντού, η ίδια εικόνα ηρεμίας και γαλήνης... Ησύχασε... Μόνο εκείνο το «ουυυυυυ» του στοίχειωνε το μυαλό... αλλά το είχε καταπολεμήσει... τώρα πια ήξερε... ήταν στη σκέψη του... δεν υπήρχε...

Η Δευτέρα είχε ήδη προχωρήσει, σχεδόν μεσημέριαζε... ευτυχώς ο Νίκος μπορούσε να τον δεχτεί κατά τις δύο, είχαν κανονίσει να τσιμπήσουν κάτι και να του πει το πρόβλημα, θα τον βοηθούσε με τη συζήτηση να βρει τη λύση, ήταν και οι δύο σίγουροι...

Μπήκε στο εστιατόριο, είχε φτάσει πρώτος... Κάθησε και άρχισε να ξεφυλλίζει την εφημερίδα μηχανικά, ήθελε να καθαρίσει το μυαλό του, να ξεφύγει από αυτό που τον έτρωγε, να μπορέσει να μιλήσει στο φίλο του χωρίς πίεση... και τότε το ξαναείδε... εκεί μπροστά του, τυπωμένο με ωραία μαύρα γράμματα...



Ντεζά Βούυυυυυυυ... νάτο πάλι... αναρωτήθηκε πως και δεν είχε ακούσει τίποτα στις ειδήσεις, παρ' εκτός από εκείνο το «ουυυυυυ» που είχε ζήσει το βράδυ της Παρασκευής... στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου...

Και τότε κατάλαβε... Ότι την Παρασκευή το βράδυ δεν είχε ζήσει τίποτα... Ότι δεν ήταν εκεί... Ότι ήταν σε μια άλλη, δική του, διάσταση... Και ότι τζάμπα είχε καταστρέψει τις μέρες του με την αγωνία...

Γιατί αν είχε περάσει την Παρασκευή το βράδυ στην «κανονική» διάσταση, τη διάσταση του Γιώργου και των Μέσων του, θα είχε ζήσει ένα όμορφο και ξεκούραστο Σαββατοκύριακο... Χωρίς έγνοιες... Χωρίς σκοτούρες...

Το οποίο θα μπορούσε να αρχίσει να ζει και σήμερα και τις επόμενες βδομάδες, όπως του εξήγησε αργότερα ο φίλος του ο Νίκος... Αρκεί... Αρκεί να ήταν πιστός στον ευγενή και καλοκάγαθο ηγεμόνα... Ο οποίος τα είχε όλα ρυθμίσει και φρόντιζε ώστε τίποτα, μα απολύτως τίποτα, να μην ενοχλεί τους πιστούς του υπηκόους...

Α... Και αρκεί να ξεχνούσε εκείνο το «ουυυυυυ»... να έκανε το «δεν θέλω ου» τρόπο ζωής... όπως ο ηγεμόνας... και να έβαζε το κόμμα μπροστά... πριν... τώρα που θα το καθάριζε κιόλας από παρενθέσεις, τελείες και παύλες...