9.6.10

η αθώα και το σουβλάκι...



Καλό κορίτσι η Έλλη, αλλά πολύ αθώα. Η μητέρα της ανησυχούσε συνεχώς για το τι θα απογίνει.

Όταν έμαθε ότι η κόρη θα έβγαινε ραντεβού και με έναν άγνωστο κόντεψε να πάθει έμφραγμα με τη σκέψη του τι μπορεί να συνέβαινε.

Την έπιασε λοιπόν, λίγο πριν φύγει, και την συμβούλεψε τα παρακάτω:

«Πρόσεξε κόρη μου. Τώρα που θα πας στο ραντεβού, αν, λέω αν, τυχόν ο συνοδός σου προσπαθήσει να σου πιάσει τα βυζιά, θα του πεις: "μη, έχει αγκάθι και τρυπάει", εντάξει;»

«Και αν, αν λέω, προσπαθήσει να σε πιάσει χαμηλά,ξέρεις, ανάμεσα στα πόδια, θα τον σταματήσεις λέγοντας του: "Μη, είναι φούρνος και καίει", να θυμάσαι!!!»

Χαρούμενη και σίγουρη με τις συμβουλές τις μάνας της, φεύγει η μικρή Έλλη για το ραντεβού της. Περνούν οι προκαθορισμένες ώρες, περνά και άλλη μία, περνούν δύο τρεις, η μητέρα της έβγαλε σπυράκια από την ανησυχία της. Τι κάνει τόσες ώρες, τι να έπαθε, δεν τα συνηθίζει αυτά, και άλλα τέτοια. Τελικά, λίγο πριν η μητέρα της σηκώσει τη γειτονιά στο πόδι για να πάει να τη βρει, κατά τις τέσσερις το πρωί, εμφανίζεται στο κεφαλόσκαλο η Έλλη.

Η μάνα της, σίγουρη ότι είναι καλά, αρχίζει το κλασσικό μοτίβο: «Που ήσουν παλιοκόριτσο, άμα σε πιάσω στα χέρια μου θα σε κόψω φέτες, λέγε γρήγορα τι σου συνέβη και καλύτερα να είναι πιστευτό...

«Ήμουν με το Γιώργο βρε μαμά, πήγαμε για φαγητό...»

«Τόσες ώρες για φαγητό, ε; λέγε που πήγατε!!»

«Έ, να, μετά το φαγητό, πήγαμε και μια βόλτα στην παραλία...»

«Τι, βόλτα στην παραλία μέσα στη νύχτα η δική μου κόρη! παλιοκόριτσο, θα σε ταράξω, θα το μάθει ο πατέρας σου και θα γίνει της μουρλής... Για λέγε μετά τι έγινε;»

«Ε, καθίσαμε στα βραχάκια...»

«ΑΑΑΧΧΧΧΧΧΧΧ, βραχάκια, άκου βραχάκια, και τι διάολο κάνατε στα βραχάκια, ε;»

«Να ρε μάνα, μιλούσαμε... και κάποια στιγμή πήγε να μου πιάσει τα βυζιά...»

Η μαμά έχει πάρει μια απόχρωση ροζ-προς το σάπιο μήλο και κάνει μια μεγάλη παύση πριν μπορέσει να αρθρώσει την επόμενη κουβέντα...

«Και εσύ πως αντέδρασες;»

«Ε, φυσικά, του είπα, ¨σταμάτα, έχει αγκάθι και τρυπάει"..».

Ξεφυσάει με ανακούφιση η μαμά και ρωτάει όλο προσδοκία: «Πάλι καλά... και τότε σε έφερε πίσω, ε;»

«Εεεεε, όχι τότε ήταν που προσπάθησε να με πιάσει κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια...», λέει η Έλλη.

«Κι εσύ τι έκανες;», ρωτάει η μάνα της με τον πανικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της...

«Ε, ρε μάνα, μα ότι με συμβούλεψες. Του είπα, "μη, σταμάτα, είναι φούρνος και θα σε κάψει"...»

«Ουφφφφ!!!!», λέει όλο ανακούφιση η μάνα, «μπράβο κόρη μου. Τότε ήταν που σε παράτησε και γύρισες με τα πόδια, ε;»

«Εεε, όχι ακριβώς, τότε μου είπε: να βάλω ένα σουβλάκι στον φούρνο να το ψήσω;», λέει η Έλλη.

Ένα λεπτό ησυχίας μεσολαβεί πριν την επόμενη ερώτηση της μάνας...

«Και τι έγινε;»

«Ε, ρε μάνα, τι να σου πω, δυόμισι ώρες το έψηνε, και όταν το έβαλε στο στόμα μου να το δοκιμάσω, ακόμη ωμό ήταν!!!!!!!!!»