17.5.10

Με το φτωχό μου το μυαλό (γράφει ο Α. Πανούτσος)



Η πιο συνηθισμένη διαμαρτυρία σε mail είναι το «όλοι τα ξέρουν, αλλά εσείς δεν τα γράφετε». Μόνο που ο νόμος στην Ελλάδα είναι έτσι, που αν γράψεις ότι ο γιος έπαιξε ένα εκατομμύριο στην ήττα της ομάδας του μπαμπά για να πάρει επτά, μπορείς να ετοιμάζεσαι για αγωγή, αφού είναι σαν να έγραψες το όνομά του.

Ο περί Τύπου νόμος που έφτιαξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει τη λογική να μην μπορείς να γράψεις όνομα, ούτε καν να φωτογραφίσεις. Deep inside στο μυαλό του Ευάγγελου, για να προστατεύονται οι πολιτικοί από τον Τύπο. Το αποτέλεσμα ήταν να προστατεύονται οι οφθαλμοφανώς ένοχοι, αφού και αποδεικτικά χαρτιά να έχεις ο άλλος αν σου κάνει αγωγή θα πας δικαστήριο. Και μέχρι να αθωωθείς θα έχεις φάει μίνιμουμ τρεις και μάξιμουμ μέχρι και 15 εργάσιμες ημέρες, όπως σε μια υπόθεση που έχω πάει πέντε φορές μάρτυρας και ξεκίνησε από ένα άσχετο, κατά τη γνώμη μου, δημοσίευμα φίλου δημοσιογράφου το 2002.

Το καλό με τη βιομηχανία των αγωγών είναι για τους δικηγόρους που εισπράττουν τα παράβολα. Το κακό, ότι οι υποθέσεις που έχουν βάση θάβονται μέσα στο βουνό από τις αγωγές που γίνονται για εκφοβισμό. Τέλος πάντων, έτσι είναι ο νόμος περί Τύπου. Οπως οι περισσότεροι νόμοι στην Ελλάδα. Στη θεωρία φτιάχνονται για να προστατεύουν τον κόσμο, αλλά στην πράξη είναι για να προστατεύεται η βουλευτική πελατεία των ισχυρών. Στη θεωρία για να προστατεύεται η ανωνυμία των υπόπτων. Στην πράξη είναι τα λευκά σεντόνια που καλύπτουν τους επώνυμους που την πουλεύουν από τα κότερα. Ο πολίτης στην Ελλάδα είναι κάτι σαν τον gay και τον πούστη στο ανέκδοτο. Είσαι λεφτάς και από το Κολωνάκι; Είσαι gay. Είσαι στεγνός και από το Περιστέρι; Είσαι πούστης. Είσαι ύποπτος για τρομοκρατία και συλλαμβάνεσαι; Μέχρι οδηγία πέφτει στην εφημερίδα να μη βάλουν το όνομά σου. Είσαι μπάτσος; Το όνομά του ήταν γραμμένο από την πρώτη μέρα και δεν χρειάστηκε όχι να γίνει η δίκη, αλλά ούτε πραγματογνωμοσύνη για να βρεθεί ένοχος. Το δίκαιο στον Τύπο είναι αυτό που δικαιώνει τις επιθυμίες των αναγνωστών του.

Το μόνο, όμως, που τα αλλάζει όλα είναι η πραγματικότητα. Είναι ο μεγάλος οδοστρωτήρας που περνάει και ισοπεδώνει καθετί που ξεπεράστηκε από την εποχή. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εφημερίδες, που με το Internet και στο εξωτερικό έχασαν ένα μέρος της κυκλοφορίας τους, αλλά στην Ελλάδα γίνεται η σφαγή των κιναίδων. Για δύο κυρίως λόγους. Ο ελληνικός Τύπος, που στο μεγαλύτερο μέρος του έχει δικά του sites, δεν καταλαβαίνει ότι τις ειδήσεις που θα βγάλει αύριο ο αναγνώστης τις έχει διαβάσει κατά 90% παντού. Οχι μόνο στο ίδιο το site της εφημερίδας, αλλά και στα υπόλοιπα, που ζουν από το ρεπορτάζ των Μέσων. Δεν ξέρω, αλλά έχω την εντύπωση ότι κάπου οι εφημερίδες έχουν μείνει στην εικόνα ενός αναγνώστη που κάθεται κάτω από τον πλάτανο του χωριού μαζί με τον παπά και τον δάσκαλο και ανοίγει την «Ακρόπολη» για να μάθει τα νέα της προηγούμενης. Μπορεί το ποσοστό των Ελλήνων που συνδέονται στο Internet να είναι μικρότερο από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά είναι και το κοινό που το ενδιαφέρει να ενημερώνεται περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο δεύτερος λόγος που οι αθλητικές, συγκεκριμένα, εφημερίδες περνούν κρίση είναι η νοοτροπία του πολέμου των σελίδων, που ξεκίνησε τη δεκαετία του '90 με το «Sportime». Είναι δυνατόν μια χώρα των 11 εκατομμυρίων κατοίκων που ενδιαφέρεται για το ποδόσφαιρο και λίγο για το μπάσκετ να βρίσκει ειδησεογραφία των 64 σελίδων; Ούτε στα παραμύθια. Και, δυστυχώς, επειδή τα παραμύθια είναι και δύσκολη ιστορία για να γραφτούν, καταφεύγει σε διαγωνισμούς καλλιέπειας. «Τριάντα σχολιογράφοι σάς γράφουν για το μέλλον του Λεβαδειακού» και με επανάληψη, που υπάρχουν μέρες που διαβάζεις δύο σελίδες για τους πανηγυρισμούς της ομάδας στα μπουζούκια στο ρεπορτάζ, τρία μικρά παραλειπόμενα από τα μπουζούκια και αν είσαι τυχερός και ένα bonus σχόλιο για τη βραδιά στα μπουζούκια. Μόνο που η προπαραδείσια εποχή του ενός κιλού χαρτιού για να επαναλαμβάνονται ειδήσεις πλησιάζει στο τέλος της. Οποιος ακούει το μουγκρητό του οδοστρωτήρα της πραγματικότητας μπορεί και να διορθώσει την πορεία του και να τη γλιτώσει.

Το ίδιο ισχύει και για τους παράγοντες του αθλητισμού, που νομίζουν ότι ζουν στην προπαραδείσια εποχή, που καθόντουσαν κάτω από το δέντρο του Υφυπουργείου Αθλητισμού και τα φρούτα έπεφταν στις παλάμες τους. Μόλις πριν από πέντε χρόνια το να γινόσουν υφυπουργός Αθλητισμού ή γενικός γραμματέας σήμαινε ότι μπορούσες να χρηματοδοτείς την Ερασιτεχνική ομάδα της ΠΑΕ της εκλογικής σου περιφέρειας με εκατοντάδες χιλιάδες, ξέροντας ότι τα τμήματα είναι ανύπαρκτα και τα λεφτά θα περάσουν στην ΠΑΕ. Στη Θεσσαλονίκη έχει επιδοτηθεί μέχρι και ομάδα street hockey. Επίσης, αυτός που είχε το ταμείο του υφυπουργείου και κατά προέκταση του ΟΠΑΠ μπορούσε να ζητάει απ' όσους θέλουν να διοργανώσουν ένα τουρνουά τένις να δίνουν τη διοργάνωση στην εταιρεία της αρεσκείας του ή να φέρνει τον Ουσέιν Μπολτ και να τον κάνει μια βόλτα σε δύο σχολεία δίνοντάς του 200 χιλιάδες ευρώ. Σήμερα το μοναδικό που μπορείς να ζητήσεις από τον Μπιτσαξή είναι να σε βάλει φυλακή. Αλλά, χαμένοι στο διάστημα, οι παράγοντες συνεχίζουν να περιμένουν τα κρατικά λεφτά που δεν θα έρθουν ποτέ.

Οι μηδενιστές λέγανε ότι όλα πρέπει πρώτα να καταστραφούν για να ξαναχτιστούν από την αρχή. Το καλό με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι ότι συμβαίνει αυτό που λέγανε οι αναρχικοί. Μόνο που αυτό που θα αντικαταστήσει το προηγούμενο σάπιο σύστημα θα είναι κάτι που θα μοιάζει με τα άλλα ευρωπαϊκά συστήματα. Μια κοινωνία που οι εφημερίδες θα κλείνουν όταν δεν θα υπάρχουν αναγνώστες να τις συντηρούν και οι ερασιτέχνες παράγοντες του αθλητισμού δεν θα είναι 10 και 20 χρόνια πρόεδροι σε ομοσπονδίες αγνώστου λοιπού επαγγέλματος. Και να βγούνε να σκούζουνε στους δρόμους, να κρατήσουν την αναπνοή τους μέχρι να γίνουν μπλε και να πεθάνουν, ο οδοστρωτήρας δεν σταματάει. Το κείμενο γράφτηκε στη μνήμη του Αντώνη Καρκαγιάννη, που πριν ξεκινήσει να γράφει σκεφτόταν τι πιστεύει και όχι τι θέλει να διαβάσει το κοινό.

* άρθρο του Αντώνη Πανούτσου στην SPORTDAY της 15.05.2010