7.5.10

Πώς επωάστηκε το αυγό του φιδιού



του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή

Πώς φτάσαμε στον θάνατο τριών ανθρώπων; Σιγά σιγά και με την ανοχή όλων μας. Για την ακρίβεια το ερώτημα είναι πώς δεν φτάσαμε νωρίτερα ώς εδώ. Πώς και δεν θρηνήσαμε κι άλλους νεκρούς. Όταν σε κάθε πορεία δίκην τελετουργικού οι μολότοφ πέφτουν σαν βροχή ήταν στατιστικά βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα γινόταν το κακό. Κι έγινε...

Δεν ήταν η κακιά στιγμή, δεν ήταν ατύχημα. Ήταν η συνισταμένη πολλών παραγόντων, που καλλιεργούσαν και ενθάρρυναν αυτήν την επικίνδυνη ανομία. Όπως έγινε και με το τρομοκρατικό φαινόμενο που επιβίωσε επί μακρόν στη χώρα έτσι και αυτή η χαμηλής έντασης τρομοκρατία βρήκε πρόσφορο κοινωνικό έδαφος να αναπτυχθεί. Ήταν πολλοί εκείνοι που χαίρονταν κάθε φορά που φλέγονταν τράπεζες. Δεν περίμεναν φυσικά ότι κάποια στιγμή μαζί με τα οικήματα θα καίγονταν και άνθρωποι. Όλοι μιλούσαμε για γνωστούς-αγνώστους και ελεεινολογούσαμε την αστυνομία που δεν τους συλλαμβάνει. Μα, σαν πιανόταν κάποιος, πάντα και πριν δικαστεί βαφτιζόταν «αθώος». Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζονταν όλοι εκείνοι που διοργάνωναν τα κινήματα συμπαράστασης. Σ’ αυτά τα κινήματα πάντα πρωταγωνιστούσαν οι εμβληματικές μορφές της προόδου. Πόσες φορές απέτρεψαν συλλήψεις, διότι «τα παιδιά ήταν αθώα»; Μην παρεξηγηθούμε: δεν ξέρουμε αν εκείνοι που είχαν συλληφθεί ήταν αθώοι ή ένοχοι. Αυτά τα αποφασίζουν τα δικαστήρια. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές την ετυμηγορία έβγαζαν στο πεζοδρόμιο και χωρίς δίκη κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Η έννομη τάξη καταλυόταν με την ανοχή όλων μας. Έτσι κι αλλιώς για ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς «νόμος είναι το δίκιο κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας» και όχι το Σύνταγμα της χώρας. Ανεχόμασταν τους προπηλακισμούς καθηγητών («κάτι στραβό θα είχαν πει»), τον προπηλακισμό του προέδρου της ΓΣΕΕ («κάτι στραβό θα είχε κάνει»), τις κατεβασμένες τζαμαρίες των μαγαζιών («μνημεία του καπιταλισμού»), μέχρι και να υπάρχει χωριό ανυπότακτων στο κέντρο της Αθήνας. Έτσι σιγά σιγά επωάστηκε το αυγό του φιδιού. Υπό την ανοχή μας και με τα χειροκροτήματα κάποιων. Η αλητεία βαφτίστηκε «δικαιολογημένη οργή» και κάθε φορά που γινόταν το κακό (μικρότερο από το χθεσινό) πάντα ήταν «προβοκάτσια» ή ευθύνη εκείνων που το υπέστησαν.

Η μεταπολίτευση τελείωσε με τον χειρότερο τρόπο. Με την οικονομία χρεοκοπημένη, με το κράτος διαλυμένο και την κοινωνία αποχαυνωμένη από τα απλοϊκά συνθήματα περί του «εγκληματικού καπιταλισμού» και του «τέρατος IMF», που μας δανείζει για να μην κάνουμε στάση πληρωμών. Το χειρότερο όμως είναι η αυταπάτη που συστηματικά καλλιεργείται στον λαό, ότι πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε, κάποιες σκοτεινές δυνάμεις απεργάστηκαν τη χρεοκοπία μας ή και τον θάνατο των τριών. Κρυφογελούσαμε όταν τα παιδιά φωνασκούσαν «να καεί, να καεί, το μπ... η Βουλή», δεν σταθήκαμε απέναντι στα φαινόμενα φασισμού που διάφορες ομαδούλες με κόκκινο μανδύα καλλιεργούσαν στην ελληνική κοινωνία. Όταν συνδικαλιστές του ΣΥΝ βγάζουν πανό μέσα στη Βουλή, επόμενο είναι κάποιοι διαδηλωτές να θεωρήσουν ότι είναι και δικό τους δικαίωμα να μπουκάρουν για να διαμαρτυρηθούν. Κλείσαμε τα μάτια στη μικρή ανομία, για να φτάσουμε στον άδικο και φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων. Ο λογαριασμός της απερίσκεπτης μεταπολίτευσης έγινε πολύ μεγάλος και θα διογκώνεται όσο κρατάμε τα μάτια μας κλειστά.