3.5.10

Το σοσιαλιστικό μεγαλείο, ο λωτός και ο αντικατοπτρισμός...

Εν αρχή ήν ο Καλλικράτης... Αρχαίος Έλλην (κάτι σε Λαλιώτης της εποχής...) που ύμνησε το σοσιαλιστικό μεγαλείο οικοδομώντας Παρθενώνες και άλλους δοξαστικά θαυμάσια... «Να τον τιμήσουμε», σκέφτηκε ο Γιώργος όταν άκουσε την πρόταση του φίλου του Γιάννη... «Ελληνίδες Έλληνες, με το σχέδιο Καλλικράτης συνενώνεται όλη η Ελλάδα σε ένα δήμιο...», είπε ευθύς στο συγκεντρωμένο πλήθος, αναλογιζόμενος τους φίλους του δήμιους του ΔΝΤ που περίμεναν... Τι κι αν φώναζε ο Γιάννης «...Δήμο πρόεδρε, Δήμο»... (ιστορική απεικόνιση δια χειρός Ιωάννου)



...μετά ήρθε ο άλλος Γιώργος και είχε και παρέα τον Αντρέα. Τον βρήκαν στα βραχάκια, αναλογιζόταν εκείνο το μοναδικό του κατόρθωμα, τότε που είχε τραβήξει κουπί από την Ερμιόνη ως την Ύδρα... Μόνος, όπως ο Οδυσσέας!! Μόνος !! Με τους θεούς να τον προσέχουν... Τους άκουσε που κάτι έλεγαν πως «τώρα ξεχνάμε τι θα πει ασφάλιση, σύνταξη, εργασιακά δικαιώματα, δώρα, συλλογικές συμβάσεις...». Ούτε στα βραχάκια δεν μπορούσε να ησυχάσει πλέον... Αναπόλησε... Μια ειρηνική απάθεια απλώθηκε στο πρόσωπο του... Θυμήθηκε εκείνον τον πολίτη που τον είχε συναντήσει στο δρόμο και του είχε πει ότι θα έδινε έναν μισθό για την πατρίδα... Θα τον έπαιρνε τηλέφωνο, θα τον έβαζε να του τραγουδήσει εκείνο το ωραίο τραγουδάκι... «Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα, κι όσο λείπεις θα 'μαι εδώ, θα υφαίνω ατέλειωτο πανί, ώσπου να βρεις το δρόμο σου μοιραία, στης Ιθάκης το νησί να ξαναβγείς...». Κάτσε να δεις πως το λέγανε εκείνο το νόστιμο φρούτο που είχε φάει... χμ... Λωτό μάλλον... «Καλά πάμε... Βρισκόμαστε στη χώρα των λωτοφάγων», αναφώνησε... Τώρα ήξερε... Θα το έδινε και στον λαό να γλυκαθεί λίγο μέσα στην τόση πίκρα... (ιστορική αποτύπωση δια χειρός Πετρουλάκη)



Το μόνο που δεν μπορούσε να βρει ο Γιώργος ήταν αυτό που ο Παπουτσής με τον Βενιζέλο έλεγαν «ο λαός»... Είχε ακούσει και μια παράξενη ιστορία για μια μεγάλη «Έξοδο», που κάποιος «λαός» είχε επιχειρήσει στην έρημο και -αποκαμωμένοι- είχαν βρει κάποιους βεδουίνους και τους ρώταγαν κάτι παράξενα πράγματα, «ξέρετε τι είναι δάνειο;...», «σας χρωστάω λεφτά;...», «ξέρετε πως με λένε;...» και όταν τους απαντούσαν οι Βεδουίνοι «όχι» αυτοί -αγενείς- απαντούσαν «κουφάλα, αν είσαι αντικατοπτρισμός, είσαι πολύ άσπλαχνος αντικατοπτρισμός». Του είχαν στείλει και μια εικόνα που είχε ζωγραφίσει ένας Στάθης, του είχε πει και ο Μιχάλης ότι ήταν Έλληνες, το είχε λέει διασταυρωμένο και με κάτι κουβέντες που είχαν ακούσει οι δικοί του μέσα από εκείνα τα βαλιτσάκια που τους είχε αγοράσει τότε με την Ολυμπιάδα, και δεν ήξερε τι να πιστέψει... Τόσο ρεζίλι τον είχαν κάνει πιά;;; Παραξενεύτηκε, μπήκε σε σκέψεις, όμως δεν κράτησαν πολύ... Η Τίνα πάτησε το «+» στην κονσόλα και ο διάδρομος άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα... «Εμ, βέβαια, τρώνε τον άμπακο, δεν γυμνάζονται, πως περιμένουν να μην είναι αποκαμωμένοι;;», σκέφτηκε... «Ενώ η Τίνα... το ιδανικό περιβάλλον!!»... Την παρακάλεσε να του πάρει τον Χάρη τηλέφωνο... Θα του ανέθετε μια ακόμα ειδική αποστολή... Ήξερε από Αραπιά, μια χαρά τα κατάφεραν την άλλη φορά με τη Λούκα και τον Νίκο, γύρισαν πίσω και στην ώρα τους, αυτός θα είχε χαθεί... Θα τον έβαζε να πάει να δει ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο «λαός»...



Ξημέρωνε πια Κυριακή... είχε ξεχαστεί στις αναμνήσεις και τους προβληματισμούς... άκουσε το κινητό που χτυπούσε, σταμάτησε το ποδήλατο, ήταν από τα κεντρικά... «Μην ξεχνάς... Σήμερα επιτέλους πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου και να την κάνεις σωστά...», άκουσε... Το ήξερε... Πίστεψε ότι τους είχε ξεγελάσει τις άλλες δυο φορές, όμως την είχε τελικά πατήσει... «Yes boss !!!», απάντησε... Άφησε το ποδήλατο στα χέρια του φρουρού του... Είχαν φτάσει στο γραφείο... Σε λίγο είχε υπουργικό συμβούλιο, θα έβγαιναν και στην τηλεόραση... Η γραμματέας του του έδωσε κάτι χαρτιά που είχαν φτάσει με fax από τα κεντρικά, «ο λόγος μου» σκέφτηκε και αφοσιώθηκε στο διάβασμα...