25.4.10

θεωρία και πράξη...



Ένας καθηγητής πανεπιστημίου, βοτανολόγος, ερευνούσε σε ένα χωριό την άγρια φύση. Ξάφνου πιάνει μια τρομακτική καταιγίδα και, μουσκεμένος ως το κόκκαλο, χτυπάει την πρώτη πόρτα που βλέπει. Του ανοίγει μια κυρία που ο άντρας της έλειπε μετανάστης χρόνια. Τον βάζει μέσα, τον περιποιείται, του δίνει στεγνά ρούχα και του δίνει να φάει. Αφού φάγανε, τον οδήγησε στο δωμάτιό του και τον ρώτησε αν χρειάζεται κάτι άλλο...

«Όχι, εμείς οι πανεπιστημιακοί είμαστε ολιγαρκείς, έχουμε τα βιβλία μας, τις σημειώσεις μας...».

«Καλώς, όπως θέλετε» απαντά αυτή και φεύγει.

Μετά μια ώρα και αφού η σπιτονοικοκυρά σκεφτόταν ότι έπειτα από τόσα χρόνια ένας άνδρας ήταν και πάλι στο σπίτι της, φοράει ένα σέξι νυχτικό και πάει να ρωτήσει αν θέλει κάτι...

«Όχι, εμείς οι πανεπιστημιακοί είμαστε ολιγαρκείς, έχουμε τα βιβλία μας, τις σημειώσεις μας...», ήταν και πάλι η απάντηση.

«Καλώς», απαντά και πάλι η κυρία και φεύγει ελαφρά απογοητευμένη. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε άλλες τρεις φορές, αλλά μάταια...

Το άλλο πρωί, καθώς έτρωγαν πρωινό στην αυλή με τα αρνάκια, τα κατσικάκια και τα λοιπά ζώα του σπιτιού, ο καθηγητής παρατηρεί ότι υπάρχουν μόνο δύο κότες και δέκα κοκόρια. Περίεργος, ρωτάει γιατί οι κόκορες είναι περισσότεροι από τις κότες, σημειώνοντας ότι αυτό είναι παράδοξο...

«Α!!!», λέει η σπιτονοικοκυρά, «μην ανησυχείτε, όλα είναι φυσιολογικά, μόνο ο ένας γ@μάει τις κότες, οι άλλοι είναι "πανεπιστημιακοί"....»