14.2.10

Απόψεις: Περισσότερος ανταγωνισμός παντού


* του Μπαμπη Παπαδημητριου από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 07.02.2010

Οι αμφιβολίες για την πορεία του Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) το 2010, παραμένουν τεράστιες. Η κυβέρνηση έχει υπολογίσει πως θα έχουμε ελαφρά ύφεση, δηλαδή μεταβολή κατά -0,3%. Αλλες εκτιμήσεις (π.χ. μελετητές Alpha Bank) βλέπουν κάτι καλύτερο, στο +0,5%. Aλλοι πάλι, παραμένουν επιφυλακτικοί και εκτιμούν ότι η ύφεση θα είναι βαθύτερη: μεταξύ -1% και -2,5%. Πέραν όμως της αριθμητικής, είναι εξαιρετικά πιθανό πως όλα θα μείνουν όπως είναι σήμερα: μίζερα και καχεκτικά. Σε τελευταία ανάλυση, η μέτρηση και, ακόμη χειρότερα, η πρόβλεψη των βασικών μεγεθών της οικονομίας παραμένει ατελής και ανακριβής, τόσο, που πρέπει να ντρεπόμαστε. Ειδικά αν σκεφτούμε τα χρήματα που ξοδεύει το κράτος για να συντηρεί ένα μικρό στρατό οικονομολόγων και παρεμφερών «ειδικοτήτων» στο υπουργείο Οικονομικών, το ΚΕΠΕ, τη Στατιστική Υπηρεσία και τα πανεπιστήμια. Αν δίναμε τη δουλειά «έξω», θα μας στοίχιζε ελάχιστα και θα διαθέταμε πιο αξιόπιστα στοιχεία.

Δυστυχώς, η μεγάλη κρίση του ελληνικού χρέους και η αμεσότερη για εμάς κρίση του άδειου δημόσιου ταμείου, αφήνει μικρά περιθώρια στην κυβέρνηση. H έλλειψη εμπιστοσύνης και η απώλεια αξιοπιστίας έχουν κάνει μαύρο το κλίμα στον επιχειρηματικό τομέα. Ελάχιστοι παραμένουν πρόθυμοι να σχεδιάσουν επιχειρηματικά ανοίγματα και κανείς σχεδόν δεν είναι διατεθειμένος να δανειστεί για μια μεγάλη επένδυση. Ακόμη χειρότερα: τα προβλήματα ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες και ο περιορισμός των πηγών αναχρηματοδότησής τους, μειώνουν την επιθετικότητα με την οποία αναζητούσαν πελάτες για το μόνο «προϊόν» τους, τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Και, ως να μην αρκούσαν όλα τούτα, με έναν ψηφισμένο νόμο και ένα απειλούμενο σχέδιο νόμου, η κυβέρνηση δείχνει ως να θέλει να αποτελειώσει τις προσδοκίες ελαφράς, έστω, ανάκαμψης.

Ακόμη και όσα προηγήθηκαν της οριστικής απόφασης του πρωθυπουργού με την οποία επιδιώκει να αναπροσανατολίσει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του, αποδεικνύουν πως στην κυβερνητική πλειοψηφία οι αντιλήψεις για τις λειτουργίες των σημερινών οικονομιών δεν είναι καθόλου ξεκάθαρες. Αν μάλιστα υπήρχε θέμα να μετρήσουμε πόσοι πιστεύουν ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερη απελευθέρωση ή περισσότερο κράτος, πρέπει να θεωρείται απολύτως βέβαιο ότι θα κέρδιζε η τελευταία αυτή άποψη. Η κυρία Λούκα Κατσέλη δεν είναι καθόλου μόνη!

Ο κόσμος των στελεχών του ΠΑΣΟΚ έχει, επίσης, εξαιρετικά στρεβλή αντίληψη και για τη σχέση της ελληνικής οικονομίας με αυτό που, κάπως ασαφώς, αποκαλούμε «αγορές». Δεν ξέρω πόσο κοντά στην κατοικία του σατανά τοποθετούν οι περισσότεροι τα γραφεία των «κερδοσκόπων», σίγουρα πάντως η μεγάλη πλειοψηφία αγνοεί χαρακτηριστικά τις αρχές και τις ιδιομορφίες στον τρόπο λειτουργίας τους. Οι ιδεολογικές αντιλήψεις ως προς την ηθική βάση των «αγοραίων δραστηριοτήτων». Η δογματική πίστη στην απόλυτη βούληση του κράτους και των «πολιτικών». Τελικά, η φοβία της πραγματικής επιχειρηματικής «τάξης» απέναντι στο γκουβέρνο και τους κρατικοδίαιτους συνδικαλιστές, σε συνδυασμό με τη διαπλοκή, εμποδίζουν τη ρεαλιστική υιοθέτηση πολιτικών που θα βάλουν και πάλι τη χώρα στον δρόμο της ανάκαμψης.

Ισως το χειρότερο να είναι τελικά ότι η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ χωρίς να ζητηθεί από την πλειοψηφία του πληθυσμού να «πληρώσει» το κόστος της προσαρμογής. Οι χειρισμοί για την ένταξή μας στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση έγιναν από μια μικρή ομάδα στελεχών της κυβέρνησης Σημίτη. Η ΟΝΕ παρέμεινε έγνοια σχετικά περιορισμένης ομάδας του πολιτικού προσωπικού των δύο μεγάλων κομμάτων και της επιχειρηματικής «τάξης». Τα κομματικά στελέχη στον συνδικαλιστικό χώρο παρέμειναν με το «όπλο παρά πόδα». Το μεγαλύτερο τμήμα μεσαίων εμπόρων και βιοτεχνών αντέδρασαν περισσότερο με φόβο και ελάχιστοι προσαρμόστηκαν. Η Αριστερά καταβυθίστηκε (ακόμη και η «συνασπισμένη») σε έναν στείρο αντιευρωπαϊσμό. Οι βαθμοφόροι της ελλαδικής εκκλησίας τήρησαν κατά κανόνα μια έξαλλη αντιδυτική στάση. Οι κάστες μιας κρατικώς καθοδηγούμενης κοινωνίας ανησύχησαν, ορθώς, για την περιφρούρηση των προνομίων τους.

Η απαραίτητη προσαρμογή δεν έγινε ούτε μετά την είσοδό μας στην Ευρωζώνη. Παρά την επένδυση σοβαρότατων κεφαλαίων, την ταχύτατη ανάπτυξη των πιστώσεων και την ενσωμάτωση νέων, κοινοτικών νομικών κανόνων ή προτύπων. Παρά την εξ αυτών των λόγων βελτίωση της παραγωγικότητας, η χώρα παρέμεινε ασθενική και εχθρική στους κανόνες του ανοικτού και, δυστυχώς, σκληρού ανταγωνισμού.

Πέραν της παρούσης ταμειακής κρίσης, το στοίχημα του Γιώργου Παπανδρέου και ολόκληρης της πολιτικής τάξης είναι αυτό ακριβώς. Να εμπνεύσουν, να διατυπώσουν, να συγκρουστούν και να υποστηρίξουν την καθιέρωση μιας κουλτούρας ανοικτού και νομιμόφρονος ανταγωνισμού. Η απουσία από τον πρωθυπουργικό λόγο αυτής της βασικής επιλογής δεν θεραπεύεται από τη συγκινητική προσήλωση στο μεγάλο σχέδιο της πράσινης ανάπτυξης. Ούτε από την πηγαία εκσυγχρονιστική αντίληψη σε θέματα διαφάνειας και ορθής λειτουργίας των κυβερνητικών μηχανισμών. Ο κ. Παπανδρέου χρειάζεται ένα υπερπολιτικό επιτελείο που θα σχεδιάσει την επείγουσα αν και σταδιακή υποταγή της χώρας στο αυτονόητο: περισσότερος ανταγωνισμός παντού.