18.2.10

Ανάπτυξη μέσω ανταγωνιστικότητας...



Η οικονομική πολιτική που ακολουθείται προσφάτως έχει αρχίσει να αποκτά ουσία και επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Η Ελλάδα έφτασε στο χείλος του γκρεμού από δικά της λάθη, που είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρη απώλεια της αξιοπιστίας της. Για να επανακτηθεί, θα χρειαστεί χρόνος, ρεαλισμός, ευελιξία, συνέπεια στους τεθέντες στόχους, εμπροσθοβαρή μέτρα και, όσο δυσάρεστο και αν ακούγεται αυτό, βοήθεια της Ευρωζώνης.

Τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής που εξαγγέλθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του ασφαλιστικού, είναι προς την ορθή κατεύθυνση. Ο δημοσιονομικός στόχος για το 2010 φαίνεται, καλώς εχόντων των πραγμάτων, ότι μπορεί να επιτευχθεί. Απομένει να εξηγηθεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια πώς θα επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του 2011 και του 2012.

Η επόμενη, εξίσου σημαντική, δέσμη μέτρων που πρέπει να εξαγγελθεί για να ολοκληρωθεί η οικονομική πολιτική, αφορά την οικονομική ανάπτυξη. Αυτή πρέπει να επιδιωχθεί μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή να έχει εξωστρεφή χαρακτήρα. Διαφορετικά θα συνεχίσει να διευρύνεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το εξωτερικό χρέος.

Πολλοί έγκυροι διεθνείς αναλυτές ορθώς τονίζουν το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Προερχόμενοι κυρίως από χώρες του ΟΟΣΑ στις οποίες έχει, κατά το μάλλον ή ήττον, προχωρήσει η καπιταλιστική ολοκλήρωση και έχουν εξαντληθεί τα οφέλη από την απελευθέρωση των αγορών και την αύξηση της ολικής παραγωγικότητας, καταλήγουν σε ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα: Για να ανακτήσει η Ελλάδα την ανταγωνιστικότητα που έχει απολέσει τα τελευταία χρόνια, πρέπει να μειωθούν κατά 20%, περίπου, οι πραγματικοί μισθοί και τα ημερομίσθια.

Αυτό όμως που αγνοείται στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας είναι ότι υπάρχει πολύ λίπος που «μπορεί να καεί» πριν φτάσουμε στο κόκαλο. Σχεδόν σε κάθε κλάδο υπάρχουν ρυθμίσεις και περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το κράτος σε άλλες εποχές, στο όνομα δήθεν της κοινωνικής πολιτικής, στην ουσία όμως στόχος ήταν η προστασία από τον ανταγωνισμό ομάδων επιχειρηματικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων με πρόσβαση στην εκάστοτε πολιτική εξουσία: Κλειστά επαγγέλματα (ιδιαίτερα στις μεταφορές), cabotage, bake off, κατώτατες τιμές σε πλείστα όσα αγαθά και υπηρεσίες, πολύπλοκα και χρονοβόρα συστήματα αδειοδοτήσεων, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, πολυνομία, περιοριστικά ωράρια λειτουργίας καταστημάτων, μουσείων, τραπεζών, πρατηρίων, φαρμακείων, δημόσιων νοσοκομείων (όπου, για παράδειγμα, πανάκριβος εξοπλισμός αξιοποιείται λίγες ώρες την ημέρα), απαγορεύσεις δημιουργίας αποθηκευτικών χώρων και άλλα πολλά.

Άμεση συνέπεια των παραπάνω περιορισμών είναι η διόγκωση του κόστους των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, η δημιουργία υψηλών ποσοστών κέρδους στους κλάδους αυτούς και, τελικά, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα.

Αυτή είναι η δυσάρεστη όψη του νομίσματος. Γιατί όμως να μείνουμε απλώς στις διαπιστώσεις αυτές και να μην προχωρήσουμε στο αμέσως επόμενο ερώτημα: Τι θα κερδίσουμε αν καταργήσουμε τους περιορισμούς αυτούς, όπως άλλωστε έχουν κάνει όλοι σχεδόν οι εταίροι μας στην Ευρωζώνη; Η απάντηση είναι: περίπου 20 δισ. ευρώ το χρόνο σε προϊόν (προστιθέμενη αξία) και περίπου 5 δισ. ευρώ το χρόνο σε πρόσθετα φορολογικά έσοδα. Αν αυτά φαίνονται υπερβολικά, απλά θυμηθείτε πόσο κερδίσαμε μόνο από την απελευθέρωση και ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των τηλεπικοινωνιών.

Αν στα παραπάνω θελήσει κάποιος α) να συνυπολογίσει πόσα μπορούμε να κερδίσουμε από την αξιοποίηση της αργούσας περιουσίας του δημόσιου τομέα και β) να προσθέσει και περί τα 18 δισ. ευρώ αναπορρόφητα ποσά του ΕΣΠΑ και τις δράσεις που συνδέονται με αυτά (μόνο η εισαγωγή σύγχρονων συστημάτων λογιστικής και πληροφορικής στα δημόσια νοσοκομεία μπορεί να περιορίσει τη σπατάλη στο χώρο της υγείας κατά 1 δισ. ευρώ το χρόνο), οι κατευθύνσεις αναπτυξιακής πολιτικής και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας είναι αυτονόητες. Απαιτούν, απλά και μόνο, πολιτική βούληση και αντίληψη του οφέλους.

* άρθρο του Γιάννη Στουρνάρα, καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών & γενικού διευθυντή του ΙΟΒΕ.

ΤΟ ΑΤΟΜΟ σχολιάζει: η πλέον συνοπτική και ουσιαστική πρόταση εξόδου της Ελλάδας από την κρίση: άνοιγμα των αγορών, άρση των περιορισμών, επιβολή συνθηκών ανταγωνισμού. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε μείωση του κόστους του δημοσίου τομέα, ζήτησε εξορθολογισμό των δαπανών ώστε να συνδέονται με αποτέλεσμα, δεν ζήτησε «περικοπή του 14ου μισθού» όπως λαϊκιστικά προβάλλεται...