31.1.10

Μαγική εικόνα...



Ο Ιανουάριος σήμανε την αρχή μιας υπέροχης χρονιάς. Το μόνο άσχημο ήταν το κρύο που έπεσε ξαφνικά αλλά αυτό δεν έδειξε να ανησυχεί και τόσο τον κόσμο. Η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση τους είχε μειώσει και το φόρο στα καύσιμα, μπορούσαν να δουλέψουν τα καλοριφέρ στο φουλ. Δεν ανησυχούσε, λεφτά υπήρχαν άφθονα, το είχε πει εξάλλου ο πρωθυπουργός τους προεκλογικά. Θαυμαστός άνθρωπος, να δεις πως είχε αντιμετωπίσει τους κερδοσκόπους προ ημερών, όταν πήγε να πάρει ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο για να χρηματοδοτήσει κάποιες νέες «πράσινες» ιδέες μιας φίλης και υπουργού του και εκείνοι ανέβαζαν τα spread για να σαμποτάρουν την θαυμάσια δουλειά του...

Η αγορά ήταν στα πάνω της, κάθε μέρα άνοιγαν και νέες επιχειρήσεις, οι εμπορικοί δρόμοι είχαν πια γεμίσει μαγαζιά και επιχειρήσεις, το πρόβλημα πλέον ήταν ευχάριστο: υπήρχαν δουλειές, πολλές δουλειές, τόσες που δεν βρίσκονταν εργαζόμενοι να τις καλύψουν, τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο. Αρνητική ανεργία, για πρώτη φορά στην ιστορία...

Η φανταστική κυβέρνηση όμως είχε δει το πρόβλημα να έρχεται και είχε πάρει τα μέτρα της, ο αρμόδιος υπουργός ήταν προνοητικός, είχε κάνει και δήμαρχος, ήξερε... «Θα φέρουμε μετανάστες και θα ελέγξουμε την προσφορά εργασίας που δεν μπορεί να καλύψει η τοπική ζήτηση», είχε πει ο υπέροχος υπουργός τους. «Και για να μην πέφτει η ροή, θα τους δίνουμε κίνητρο, ας πούμε θα τους δίνουμε δικαίωμα ψήφου την επόμενη χρονιά, ιθαγένεια μετά από δυό-τρία χρόνια, να μην τους αποκαταστήσουμε που μας βοήθησαν στο πρόβλημα μας;;» Και όλοι τον χειροκρότησαν...

Όλα κυλούσαν ήρεμα και ευτυχισμενα. Τοσο ήρεμα κι ευτυχισμένα που για να σπάει η μονοτονία, από καιρού εις καιρόν, στα τηλεοπτικά δίκτυα φιλοξενούνται προβολές εικονικής πραγματικότητας, τώρα για παράδειγμα έχει μεγάλη θεαματικότητα ένα σενάριο που θέλει τους αγρότες να έχουν κλείσει τους δρόμους παραλύοντας την ήδη ημιθανή οικονομία, τους φορείς να διαμαρτύρονται για την κατάρρευση κάθε έννοια νομιμότητας και τα ΜΜΕ να κυνηγούν τον πρωθυπουργό επειδή συγκρούεται με το κατεστημένο...

Έκλεισε την τηλεόραση, ντύθηκε, φόρεσε κι εκείνο το γούνινο παλτό που είχε αγοράσει στις γιορτές, είχε πεθυμήσει να κάνει μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο της πόλης. Είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα, η πόλη ήταν ασφαλής, οι στατιστικές την έδειχναν την πλέον ασφαλή πόλη της Ευρώπης. Να μη σας πω ότι θα ήθελε να πετύχει κάποια από τις ασκήσεις που έκαναν συχνά πυκνά οι υπηρεσίες προστασίας του πολίτη μία στο κέντρο, μία στα προάστια, ακόμα θυμόταν εκείνη τη μέρα που έτυχε την άσκηση για βόμβα έξω από τη Βουλή, ήταν πολύ ωραία, πολύ αληθοφανής, μέχρι και τον κρότο τους είχαν βάλει, για να αποκτούν εμπειρίες, το είχε όμως καταλάβει ότι ήταν άσκηση, πάντα πρόσεχε τις λεπτομέρειες και εκείνο το βράδυ η φρουρά του μνημείου είχε μείνει στη θέση της...

Έκλεινε την πόρτα (δε χρειαζόταν πια να κλειδώνει...) όταν χτύπησε το κινητό, ήταν ο Γιώργος, πάντα έπαιρνε τηλέφωνο μετά τις συνεδριάσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έτσι ήξερε από πρώτο χέρι την ικανοποίηση των Ευρωπαίων εταίρων μας για το υψηλό επίπεδο της χώρας και της κυβέρνησης, «ξέρεις, μας πρότειναν να κυβερνήσουμε και τους γείτονες, ο πρωθυπουργός τους έχει προβλήματα με τους αγρότες του (δεξιός τι περιμένεις...) κι εμείς έχουμε το know how...», ο δικός μας μάλιστα είχε συμφωνήσει να πάει μέχρι τα σύνορα να μιλήσει με τους Βούλγαρους αγρότες, θα πήγαινε αύριο κιόλας, μετά το γυμναστήριο. «Θα πετύχει σίγουρα», άκουσε τον Γιώργο να λέει, «έτσι δεν είχε γίνει και με τους Κινέζους που ήθελαν να πάρουν το λιμάνι μας μπιτ-παρά;; Τους δείξαμε και με το παραπάνω !! Και τη σύμβαση επαναδιαπραγματευτήκαμε και δε χρειάστηκε να ξεβρακωθούμε στους λιμενεργάτες».

Βγήκε στο δρόμο. Ήταν φωτισμένος, γεμάτος κόσμο, ατμόσφαιρα χαράς. Το μόνο που δεν ταίριαζε και τόσο ήταν ο Φρανσουά, τον είδε στη γωνία, να παίζει την κιθάρα του μες στο κρύο, με τη θήκη της ανοικτή μπροστά, να περιμένει τη βοήθεια του κόσμου. Του είχε μιλήσει και προχθές, παλιά ήταν διευθυντής εταιρείας στην πατρίδα του, είχε έρθει στη γειτονιά την προηγούμενη εβδομάδα με το αυτοκίνητο του, τη μόνη περιουσία που είχε σώσει από την τράπεζα, όταν η οικονομία της χώρας του είχε καταρρεύσει...

Γυρνώντας από τη δουλειά το απόγευμα, είχε περάσει από το Δήμο, είχε πάρει ένα κουπόνι και θα του το έδινε, έφτανε για να πάρει ρούχα, τρόφιμα, βενζίνη, όλα τα είδη πρώτης ανάγκης για ολόκληρο το μήνα. Έτσι κι αλλιώς, μέσα στην εβδομάδα θα τον καλούσαν για δουλειά, είχε ήδη μιλήσει με τον προσωπάρχη, του είχε πάει και το βιογραφικό του...

...
...

Το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Κοίταξε από το παράθυρο, το μισοσκόταδο έξω στο δρόμο έκανε τις σκιές να μεγαλώνουν. Κοίταξε εκείνες τις τρεις σκιές στη γωνία που έμοιαζαν να χορεύουν, μετά η μία έπεσε κάτω, οι δύο έτρεξαν να φύγουν. «Μάλλον ληστεία», σκέφτηκε, «ορίστε, σηκώνεται...».

Έκλεισε την κουρτίνα, χαμήλωσε το φως, έπρεπε να κάνει οικονομία, ο μισθός πλέον «τέλειωνε» στις 20 του μήνα, μετά μόνο για τρόφιμα υπήρχαν λεφτά. Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, δεν ήθελε να ανάψει το καλοριφέρ, ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα η τιμή της βενζίνης είχε ανέβει πέντε λεπτά και θα ανέβαινε κι άλλο...

Δε θα έβγαινε και απόψε. Είχε συνηθίσει πια, έβγαινε πια μια – δυό φορές το μήνα, απο κει και πέρα κυνηγούσε ότι εγκαίνια και πολιτιστικές εκδηλώσεις έβρισκε στο facebook, ξέσκαγε λίγο, έπινε και ένα – δύο ποτά, πάντα είχαν, τουλάχιστον κρασί και καναπεδάκια. Οκ, είχαν κι αυτά πια λιγοστέψει, είχαν αυξηθεί και οι «καλεσμένοι», δεν υπήρχαν όμως πια πολλές δυνατότητες να ξεσκάσει, χρειάζονταν χρήματα και χρήματα δεν υπήρχαν...

Δεν θα έβγαινε λοιπόν. Σκέφτηκε να διαβάσει ένα βιβλίο, ευτυχώς τον καλό καιρό είχε φροντίσει να φτιάξει μια πλούσια βιβλιοθήκη. Το μετάνιωσε, άνοιξε τον υπολογιστή και άρχισε να γράφει...

Ευτυχώς το μυαλό δούλευε ασταμάτητα, δούλευε και έφτιαχνε μαγικές εικόνες, μια από αυτές λοιπόν θα έγραφε σήμερα...

Άνοιξε καινούργιο έγγραφο στο word...
Κοίταξε λίγο τη λευκή οθόνη...
Αυτός θα ήταν ο τίτλος «Μαγική εικόνα...»

Πάτησε το πρώτο πλήκτρο, άρχισε να γράφει...

Μαγική εικόνα...
Ο Ιανουάριος σήμανε την αρχή μιας υπέροχης χρονιάς. Το μόνο άσχημο...

* χρονογράφημα γραμμένο από μια παρόρμηση που μου έδωσε ένα κείμενο και ένα σχόλιο του διαδικτυακού Joe Dalton