18.12.09

Εισαγωγαί- Εξαγωγαί Πεπιεσμένου Αέρος Α.Ε.


Του Φαήλου Μ. Κρανιδιώτη, Δικηγόρου, Προέδρου του Δ.Σ. του ΔΙΚΤΥΟΥ 21

Πολύ ανάλυση. Ο τάδε οίκος, η πιστοληπτική ικανότητα κλπ. Κι ενώ το κορίτσι ήταν στην Κ.Ο. κι άκουγε τον Αντώνη, κοιτώντας σαν κουταβάκι χαμένο στην Εθνική, ο μπαμπάς το ‘σκασε και βγήκε στις χρυσές εφεδρείες της καθεστωτικής δημοσιογραφίας, που γίνεται με το φρύδι ψηλά και είπε ότι μόνο επί των ημερών του ήμασταν σένιοι και ευημερούσαμε. Σωστό, άλλωστε τότε πάχυναν κι ο Πάγκαλος με τον Βενιζέλο. Με χρυσά κουτάλια τρώγαμε, οι αχάριστοι.

Λοιπόν αδέλφια, δεν γνωρίζω πολλά, δεν είμαι καν σκιώδης σύμβουλος σκιώδους υφυπουργού αλλά συγχωρέστε μου μερικές αδαείς παρατηρήσεις κι απορίες. Τι παράγουμε πια σ’ αυτή τη χώρα; Απ’ ότι βλέπω γύρω μου όταν ταξιδεύω στην Πατρίδα, είναι γεμάτη από τα κουφάρια της αποβιομηχάνισης. Τώρα, είπε ο Αλέκος Παπαδόπουλος προχθές, ολοκληρώνεται και η αποβιοτεχνοποίηση.

Πόσα σουβλάκια, πίτσες και καφέδες να πουλήσουμε πια ο ένας στον άλλο; Καλό το χρηματοπιστωτικό πηγαινέλα αλλά αυτά τα νούμερα στους φωτεινούς πίνακες πόσο πάνε το κιλό, πόσες θερμίδες έχει η μερίδα και πόσες πήχες θες για να κάνεις τις άϋλες αξίες παλτό στον κοινωνικό χειμώνα που έρχεται;

Θυμάστε έναν μαρτυριάρη τύπο που ήταν Πρωθυπουργός, που ξεκίνησε με τις γκρίζες ζώνες των Ιμίων, έστειλε τους S-300 να σαπίσουν στην Κρήτη (σφηνάκια S-300 λένε στην Κύπρο: τα παραγγέλνεις, τα πληρώνεις και τα πάνε στο διπλανό τραπέζι), έδειξε με το δαχτυλάκι τον κακό, σταλινικό Οτσαλάν, που δεν είναι ούτε το μικρό δαχτυλάκι του Κύρκου, κι ύστερα καμμιά χιλιάδα τζιμάνια μαζέψανε επί των ημερών του όλο το χαρτί, τα εφάπαξ, δανεικά, προικώα, όλα, μέχρι φόδρα, μέσω της ανόδου του Χρηματιστηρίου «δείγματος υγείας της οικονομίας», όπως προμοτάρανε στο Λαό ο μαρτυριάρης και ο Υπουργός του με τις ιταλικές κάλτσες κι ύστερα κλαίγανε οι παντρεμένες, κλαίγανε οι χήρες και τα ορφανά;

Θυμάστε τότε όλους εκείνους τους τύπους με τις πουράκλες που περιφέρονταν στο Κολωνάκι κι επαγγέλονταν εισαγωγαί – εξαγωγαί πεπιεσμένου αέρος, όλη εκείνη τη «σοσιαλιστική» αγέλη από ύαινες που ΕΚΛΕΨΕ από τον λαό περισσότερα από όσα έκλεψαν οι Γερμανοί όταν κατέλαβαν με πόλεμο την χώρα; Ποτέ στην Ιστορία μας δεν υπήρξε τέτοια μετακίνηση πλούτου. Ποτέ πριν τόσο λίγοι δεν πήραν τόσα πολλά από τόσους πολλούς και τόσο γρήγορα. Εθνικό ριφιφί. Από τον «σοσιαλισμό» τρυπήσανε τον τοίχο μεσοτοιχία με την «ανάπτυξη» κι αποκεί ρίξανε τους τσιμεντόλιθους του αυθαίρετου και μπήκανε στο σπίτι του ΚΑΘΕΝΟΣ, του πήρανε το ΧΡΗΜΑ και τους αφήσανε χαρτάκια της Γενικής Αποθηκών ή όπως διάολο την λέγανε. Ποτέ πριν δεν πουλήθηκαν τόσες πόρσε και μερσεντές, ποτέ πριν δεν έγιναν τέτοιοι λογαριασμοί στα σκυλάδικα. Κι ύστερα ο ανθρωπάκος πήρε το μπεμπέ παλτουδάκι του κι εξαφανίστηκε. Η μαύρη τρύπα της πολιτικής ιστορίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ, θα τον σπρώχνουν ακόμη και στις ουρές στο σινεμά. Είχε διατελέσει και Υπουργός Γεωργίας όταν το «συνεταιριστικό κίνημα» έπιασε πάτο κι οι αγρότες γίνανε πλέον «πρεζάκια» των επιδοτήσεων και μονοκαλλιεργητές της μαύρης μοίρας τους. Εκεί άρχισε ο κοινωνικός ιστός να παθαίνει σηψαιμία.

Για να μην το πηγαίνουμε γύρω – γύρω λοιπόν, ποιος φταίει για την συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας; Τα χρήματα που έμπαιναν από τις Βρυξέλλες από το 1981 ως τώρα για υποδομές, για αναδιάρθρωση της γεωργίας, της οικονομίας εν γένει, που πήγαν, πωώς σπαταλήθηκαν, ποιος τα πήρε; Πως σήμερα και μετά από τόσα προγράμματα κι επιδοτήσεις παράγουμε λιγότερο πλούτο απ’ ότι πριν; Κι όταν λέω πλούτο εννοώ απτό προϊόν, μεταποίηση, προστιθέμενη αξία, πλούτο πολυποίκιλο και χειροπιαστό που να δίνει κάποια αυτοτέλεια, κάποια αυτάρκεια στην Πατρίδα, που να μπορείς να το φας, να το πουλήσεις, να το φορέσεις, να το χρησιμοποιήσεις, να υπάρχει στ’ αλήθεια, βρε αδερφέ. Γιατί λοιπόν σήμερα δεν παράγουμε ούτε την τροφή μας, η βαριά βιομηχανία τα τίναξε κι η μεταποίηση, η βιοτεχνία, ψυχορραγεί; Κι αυτοί που ακολούθησαν, ενοχικοί δεξιοί, συνέχισαν να κατεβαίνουν δυο-δυο τα σκαλιά στου κακού τη σκάλα. Τα πάντα και παντού δεν ήταν στελεχωμένα από την «αριστερή αριστοκρατία»; Όλη αυτή η βαριά «διανόηση» με τόσα σχέδια για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας τελικά τι έκανε; Πλιάτσικο. Δημιουργήθηκε μια πολιτική τάξη με συμφέροντα ΑΝΤΙΘΕΤΑ από αυτά του Ελληνικού Λαού και του Έθνους ευρύτερα. Παχιές μύγες πάνω στα σκατά της εξουσίας.

Άντε λοιπόν και χτυπήσαμε την φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή. Άντε και καθηλώσαμε τους μισθούς, φορολογήσαμε τις ανάσες και το πέρδεσθαι επισταμένως και μειώσαμε το έλλειμμα και μας δίνουν δανεικά πιο φτηνά οι τοκογλύφοι και οι ευηπόληπτοι. Πάλι δεν θα παράγουμε τίποτα. Πάλι θα είμαστε μια μεγάλη καφετέρια, όπου μπιζιμπόντιδες με κοχίμπα θα περιφέρονται, συνήθως αριστεράς εκτροφής, και θα αρμέγουν την χτικιάρα την γελάδα μας που τρώει μόνο υπηρεσίες. Μήπως, λέω, μήπως θα ‘πρεπε να κάνουμε ένα βήμα πίσω, να κοιτάξουμε τον τόπο μας με άλλο πιο καθαρό μάτι, να δούμε απλά τα πράγματα; Μήπως πρέπει ν’ αρχίσουμε ξανά τον επίπονο δρόμο της επαναβιομηχανοποίησης, την ανάπτυξη υψηλής τεχνολογίας, την συμπαραγωγή, τουλάχιστον, αρκετών οπλικών συστημάτων μας που θα δίνει τεχνογνωσία και στον πολιτικό τομέα, της αυτοτέλειας της γεωργίας μας και της αυτάρκειας στην παραγωγή τουλάχιστον της τροφής μας, μαζί με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και όλα αυτά τα πράσινα και ωραία; Να παράγουμε ΚΑΤΙ. Μήπως να βρούμε τρόπο να διώξουμε κλωτσηδόν από τα Πανεπιστήμια όλο αυτό το ανθελληνικό κηφηναριό και να ξαναμορφώσουμε τους Έλληνες ως Έλληνες και όχι ως κοσμοπολίτικα ανδράποδα του κάθε λιακοτέτοιου και να παράγουμε γνώση και τεχνολογία; Μήπως πρέπει να επανελληνίσουμε όλη την οπτική μας για όλα τα πράγματα; Να φτιάξουμε μια νέα πραγματική αριστοκρατία από τους πραγματικά καλύτερους, χωρίς τα ορφανά των «χορηγών», χωρίς τα κυνηγιάρικα σκυλιά του τραπεζιού του κάθε «Ρόκκο», χωρίς τους μαλάκες με τα πούρα του Da Capo, χωρίς την Ανώνυμη Εταιρεία Ηρώων Πολυτεχνείου και τους υστερικούς πάτρωνες των κάθε λογής μειονοτήτων. Λέω απλά, να επενδύσουμε στον μεγαλύτερο πλούτο της Πατρίδας, στους ανθρώπους της, στους Έλληνες. Ίσως τότε, με ένα Εθνικό Σχέδιο διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης και στοιχειώδους αυτάρκειας, ελληνικής ταυτότητας και ιδεολογίας, να μην νικήσουμε μόνο τη φτώχεια και να μην ανεβάσουμε μόνο την αξία των ομολόγων μας. Μπορεί τότε να αποκτήσουμε λίγη ανεξαρτησία και πολύ αξιοπρέπεια και να μην φαγωθούμε στα πεδία του κοινωνικού πολέμου που έρχεται.