18.12.09

Όταν η Δημοκρατία παραλύει μπροστά στο φασισμό, τότε καταλύεται!


δημοσιεύθηκε από Τα Πράγματα στις 17.12.2010

Μετά τη φασιστική κατάληψη των γραφείων του υπουργείου Οικονομικών, στελέχη του ΠΑΜΕ κατέλαβαν σήμερα και τα στούντιο της ΕΤ3 στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να “εξηγήσουν” στον κόσμο τα αιτήματά τους… Πρόκειται για συνέχιση της απαράδεκτης, αντιδημοκρατικής, τραμπούκικης και φασιστικής μεθόδου που προκύπτει από το καθαρά ολοκληρωτικό σύνθημα “νόμος είναι το δίκιο του εργάτη”, όπως φυσικά το ερμηνεύουν αυτό το δίκιο οι σταλίνες του Περισσού, όχι ο ίδιος ο εργάτης (που συστηματικά επί δεκαετίες τους γυρίζει την πλάτη, έχοντάς τους καθηλώσει στο θλιβερό 6-8% και επιβεβαιώνοντας ότι τους θεωρεί κόμμα διαμαρτυρίας, περιθωριακό, άνευ σημασίας).

Το ζήτημα που γεννάται εδώ είναι πώς αντιδρά η συντεταγμένη Πολιτεία, που (υποτίθεται ότι) έχει αναλάβει την ευθύνη για την τάξη, η οποία θα επιτρέψει τη λειτουργία (στοιχειωδώς) της κοινωνίας. Εάν η Πολιτεία “κάνει ότι δεν βλέπει” πως 20 καλόπαιδα “πάτησαν” πάνω στην εξέγερση της νεολαίας για τα αδιέξοδά της, κι έκαψαν την Αθήνα όπως έκαναν τον καιρό της δόξας τους οι μαφιόζοι του ιταλικού Νότου, υπάρχει πρόβλημα. Όταν η Πολιτεία “περιμένει” να τελειώσει η κατάληψη του υπουργείου Οικονομικών, υπάρχει πρόβλημα. Όταν η Πολιτεία ανέχεται την κατάληψη της ΕΤ3 ή της κάθε ΕΤ3, υπάρχει πρόβλημα. Η δημοκρατική Πολιτεία, μαθημένη στην ανοχή έναντι του ολοκληρωτισμού, η οποία ανοχή περνά μέσα από το κατ’ ευφημισμό “πανεπιστημιακό άσυλο”, επεκτείνει την αδικαιολόγητη ανοχή της και σε άλλες μορφές κοινωνικού εκφασισμού, όπως αυτές του ΠΑΜΕ ή του… ερχόμαστε να σας σώσουμε…

Κύριε Χρυσοχοΐδη, όταν η Δημοκρατία παραλύει μπροστά στο φασισμό, τότε στην πράξη καταλύεται. Τολμήστε το αυτονόητο; να υπερασπιστείτε το δημοκρατικό δικαίωμα της ατομικής ελευθερίας ΚΑΘΕ πολίτη. Έλεος, πια, με τη σοβιετική Ελλάδα του 2009!

Μια μαρτυρία

Χθες το βράδι, κατά τις 10, πήρα ένα ταξί από την Πανεπιστημίου για να γυρίσω σπίτι. Ο ευγενέστατος ταξιτζής με ρώτησε ποιο δρομολόγιο θα ήθελα να ακολουθήσει, είχε τη μουσική χαμηλά και εν τούτοις με ρώτησε αν με ενοχλεί και, γενικότερα, ήταν υποδειγματικός. Στη συζήτηση για το “τι ώρα είναι η πορεία αύριο” ο ευγενής ταξιτζής κάποια στιγμή εξερράγη. Μου είπε, κλαίγοντας σχεδόν, ότι αύριο (δηλ. σήμερα) δεν θα βγάλει παρά ελάχιστο μεροκάματο “γιατί κάτι πιτσιρίκια θέλουν να κλείσουν το κέντρο”. Κάνοντας το δικηγόρου του διαβόλου, του είπα ότι χρειαζόμαστε κάποιους να διατυπώνουν αιτήματα, να πιέζουν για καλύτερες συνθήκες. Με κοίταξε με ένα δολοφονικό βλέμμα (συμπαθώ τρελά τους ανθρώπους που δεν μπορούν να υποκριθούν) κι αφού το κατάλαβε, άρχισε τον ορυμαγδό των επιχειρημάτων του με ένα “συγνώμη, αλλά…”.

Τι μου είπε; Τα αυτονόητα. Ότι το πρωί δουλεύει οικοδομή και το βράδι ταξί, ότι έχει μια γυναίκα και δυο παιδιά που περιμένουν τα πάντα από εκείνον και πως η αδυναμία του να εργαστει στο ταξί μειώνει κατά το ήμισυ τα ημερήσια έσοδα του νοικοκυριού. “Εμένα με ρώτησαν αν και πώς θέλω να υπερασπιστούν τα δικαιώματά μου; Αυτοί που λένε ότι παλεύουν για μένα έχουν βγάλει μια δραχμή στη ζωή τους; Είναι 18άρικα κι είμαι 58, δεν έχουν διαβάσει ούτε μια λέξη από το Κεφάλαιο του Μαρξ κι έχω δώσει εξετάσεις με τον πιο σκληρό τρόπο πάνω σε αυτά τα βιβλία. Ας αφήσουν λοιπόν τα μαθήματα σε μένα που βγάζω με τον ιδρώτα μου το ψωμί μου” κατέληξε φωνάζοντας μέσα στο ταξί, σε έξαλλη κατάσταση.

Αφού ηρέμησε λίγο, μου είπε ότι έχει έλθει από την Αλβανία. Μικρός αναγκάστηκε να δίνει εξετάσεις με εξεταστέα ύλη τα βιβλία της κομμουνιστικής θεωρίας. Μια φορά που δεν είχε πάει καλά στις εξετάσεις, ο πατέρας του συνελήφθη με την κατηγορία ότι δεν δημιουργεί στο παιδί του την κατάλληλη ατμόσφαιρα ώστε να αφομοιώσει την εξεταστέα ύλη. Είχαμε φτάσει στο σπίτι μου, τον είχα πληρώσει, είχα πάρει τα ρέστα αλλά ούτε εκείνος σταματούσε, ούτε εγώ άνοιγα την πόρτα να βγω έξω από το ταξί.

“Ένα καλό μας έκανε ο κομμουνισμός στην Αλβανία”, μου είπε. “Ότι μας έκανε με το ζόρι εργατικό λαό. Σήμερα αναπτυσσόμαστε κατά 5,5% το χρόνο, σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Αφήσαμε τον κομμουνισμό πίσω μας και γίναμε άνθρωποι… Κι όλοι λέμε ‘ποτέ πια’…”.

Αν τον ακούσουν οι εργατοπατέρες του ΠΑΜΕ, αλίμονό του του… καπιτάλα…