11.11.09

Οι πολίτες όμηροι των συντεχνιών


Το σημαντικό πρόβλημα πίσω από την κόντρα κυβέρνησης - λιμενεργατών, αυτό της ομηρίας των πολλών στις συντεχνιακές ορέξεις των λίγων, αναδεικνύει εύστοχα το άρθρο της Έλλης Τριανταφύλλου (συνωνυμία) που αναδημοσιεύω από την σημερινή Καθημερινή.

Πρόβλημα που διογκώνεται όταν ο προεκλογικός πολιτικός λαϊκισμός το σπρώχνει ...κάτω από το χαλί αντί να το βγάλει έξω από την πόρτα και να το επιλύσει.

Πρόβλημα που δεν πρόκειται να επιλυθεί παρά μόνο αν εφαρμοστούν συγκεκριμένα και σε βάθος μέτρα τόνωσης του υγιούς ανταγωνισμού και αν χτυπηθεί καίρια, άμεσα και καταλυτικά η ευνοιοκρατία των αρεστών που κυριαρχεί όχι μόνο στο λιμάνι αλλά και στην πλειοψηφία των δραστηριοτήτων της χώρας...

Ήταν ένα από τα στοιχήματα τα οποία τελικά (εν συνόλω...) δεν κέρδισαν οι κυβερνήσεις Καραμανλή καθώς στην διαχειριστική αδυναμία κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών ήρθαν να προστεθούν τόσο τα παραδοσιακά «παλαιοδεξιά» φοβικά σύνδρομα όσο και ο άκριτος και άκρατος «αντιδεξιός» ακτιβισμός κοινωνικών μειοψηφιών και οργανωμένων συμφερόντων που υποδαυλίστηκε και συντηρήθηκε από τον αντιπολιτευτικό λαϊκισμό του βαθέως ΠΑΣΟΚ. Αυτού του βαθέως ΠΑΣΟΚ που τώρα αντιδρά και προσπαθεί να ξεθεμελιώσει κάθε προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας, κάθε τι θετικό που έγινε την τελευταία πενταετία.

Η επόμενη μέρα μπορεί και πρέπει να είναι καλύτερη, δεν θα το πετύχουμε ποτέ όμως αυτό ως κοινωνία αν δεν βάλουμε κριτήρια και διαδικασίες που θα προωθούν την αξιοκρατία, θα ανταμείβουν τους ικανούς, θα προστατεύουν τους αδύνατους, θα τιμωρούν και θα υποβιβάζουν τους φαύλους, θα θέτουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ προόδου και οπισθοδρόμησης. Αν δεν το κάνουμε αυτό η επόμενη μέρα θα έχει κι άλλα λιμάνια να κλείνουν, κι άλλους διακόπτες να κατεβαίνουν, κι άλλα χειρόφρενα να τραβιούνται, κι άλλα σκουπίδια (κυριολεκτικά και μεταφορικά) να γεμίζουν τις αυλές μας...

Διαβάσατε την άποψη μου, διαβάστε και την γνώμη της δημοσιογράφου Έλλης Τριανταφύλλου, πιστεύω ότι θα αποτελέσουν έναυσμα δημιουργικού διαλόγου μέσα από τα σχόλια σας.
Όμηροι των συντεχνιών, της Έλλης Τριανταφύλλου [Καθημερινή 11.11.2009]

«Το ότι ο κροκόδειλος έφαγε τον εχθρό σου δεν σημαίνει ότι είναι φίλος σου», λέει μια παλιά κινεζική παροιμία. Κάπως έτσι εξελίσσεται για την κυβέρνηση η υπόθεση του λιμανιού, η οποία, ούτε σαράντα ημέρες από την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, βρίσκεται αντιμέτωπη με τους προεκλογικούς αλλά και μετεκλογικούς της χειρισμούς.

Χθες, το Μέγαρο Μαξίμου επανέλαβε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν προτίθεται σε καμία περίπτωση να προχωρήσει σε πολιτική επιστράτευση, ενώ ανέδειξε τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έκρινε παράνομη την απεργιακή κινητοποίηση της ΟΜΥΛΕ και της Ένωσης Λιμενεργατών ΟΛΠ. Το πρώτο ερώτημα είναι ποια είναι αυτά τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η δικαστική απόφαση και πόσο καθοριστικά μπορεί να αποβούν στην προσπάθεια για άρση του αδιεξόδου, το οποίο έχει ηδη οδηγήσει σε απόγνωση χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ας υποθέσουμε ότι οι εργαζόμενοι θα επιστρέψουν στην εργασία τους, σεβόμενοι τη νομιμότητα. Και πώς θα τους αναγκάσει η κυβέρνηση να εργαστούν κιόλας και να μην περιοριστούν στη φυσική τους παρουσία στον χώρο; Με την ανοχή όλων των κυβερνήσεων, οι εργαζόμενοι στο συγκεκριμένο πόστο, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, έχουν επιβάλει το μοντέλο των υπέρογκων υπερωριών, το οποίο και τους μισθούς τους ανεβάζει στα ύψη και τις νέες προσλήψεις παρεμποδίζει, και την συνδικαλιστική τους δύναμη ενισχύει σε κρίσιμες περιόδους όπως αυτή που διανύουμε. Πώς, λοιπόν, θα διασφαλίσει η κυβέρνηση ότι θα εργαστούν και πέραν της βάρδιας τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες ανάγκες που αυτή τη στιγμή έχουν δημιουργηθεί; Κι αν θελήσουν να κηρύξουν νέα απεργία, με άλλα αιτήματα; Θα περιμένει η κυβέρνηση, ουσιαστικά χωρίς περιθώρια αντίδρασης, την επόμενη απόφαση του δικαστηρίου; Και αν προσφύγει στη Δικαιοσύνη το Εργατικό Κέντρο Πειραιά ή η ΓΣΕΕ, όπως έχουν το δικαίωμα και όπως πολλάκις έχει συμβεί κατά το παρελθόν σε μύριες όσες υποθέσεις;

Πώς θα απελευθερωθεί η σημερινή κυβέρνηση από το συνδικαλιστικό πλέγμα στο οποίο επί σειρά ετών βρίσκεται συχνά-πυκνά εγκλωβισμένη η ελληνική οικονομία, με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων; Μακάρι να το καταφέρει. Και γρήγορα. Είτε το επιτύχει είτε όχι, το επόμενο ερώτημα είναι πόσο θα επιβαρύνει όλη αυτή η υπόθεση τις σχέσεις μας με την Κίνα. Διότι, την ώρα που αυτά συμβαίνουν στη μικρή μας Ελλαδίτσα, τα πιο ισχυρά και γνωστά ΜΜΕ του κόσμου δαπανούν σελίδες και χρόνο για να αναλύσουν τα πώς και τα γιατί της ανάδειξης της Κίνας ως μιας από τις σημαντικότερες παγκόσμιες δυνάμεις της νέας εποχής.

«Αν και προκαλεί ανησυχία ο τρόπος με τον οποίο το Πεκίνο αναδύεται στον παγκόσμιο χάρτη, η Κίνα θεωρείται μία δύναμη με την οποία είναι ανάγκη να έχεις καλές σχέσεις» σημείωνε προ ημερών ο αρθρογράφος Bruno Philip της γαλλικής Le Monde, υπενθυμίζοντας στους αναγνώστες του ότι αυτή τη στιγμή η Κίνα χρηματοδοτεί ένα σημαντικό κομμάτι του χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού έχει ήδη αγοράσει ομόλογα ύψους περίπου 800 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Μόλις πριν από έναν χρόνο, τον Νοέμβριο του 2008, η Κίνα πήρε πρωταγωνιστική θέση στο τραπέζι των διαβουλεύσεων των ισχυρών του κόσμου για τη σωτηρία της παγκόσμιας οικονομικής οικονομίας που είχε τεθεί σε δοκιμασία από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Εκείνη την εποχή, διάσημοι αναλυτές στο Λονδίνο σημείωναν σκωπτικά ότι το G20 έπρεπε να ονομάζεται G2, αφού δεν υπάρχουν παρά δύο χώρες που πραγματικά μετράνε: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα.

Εξήντα χρόνια μετά την είσοδο του κινεζικού Απελευθερωτικού Στρατού στο Πεκίνο, η Κίνα πέραν πάσης αμφιβολίας είναι μια μεγάλη δύναμη που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των παγκόσμιων ισορροπιών τις επόμενες δεκαετίες με μια οικονομική ανάπτυξη που ακόμη και εν μέσω κρίσης και ύφεσης παραμένει εντυπωσιακή, συγκρινόμενη με τα ποσοστά της Δύσης. Αυτά, για να έχουμε κατά νουν τις πραγματικές διαστάσεις μιας υπόθεσης που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εγχώριου ενδιαφέροντος.