19.9.09

Απλοί άνθρωποι, απλή ζωή...


Τελικά η ζωή μας είναι απλή και όμορφη όταν την κρατάμε απλή και όμορφη...
Αρκεί να είμαστε εμείς οι άνθρωποι απλοί...
Οι νέοι άνθρωποι δηλαδή, γιατί οι παλιοί, οι άνθρωποι του χωριού, ήταν...

Αυτούς λοιπόν τους απλούς ανθρώπους, αυτούς τους ευγενικούς γέροντες που έβλεπα μικρός στο χωριό του πατέρα, αυτούς τους ευγενικούς γέροντες που βλέπω ακόμα και σήμερα στις βόλτες που κάνω με τη γυναίκα μου τα Σαββατοκύριακα σε γραφικά χωριά σε όλη την Ελλάδα, θυμήθηκα διαβάζοντας τη ζακυθινή ιστορία που ακολουθεί...

O Μπαξές (Μια ιστορία από τα ορεινά τση Ζάκυθος)
Αφιερωμένο στον "Βασιλικό κι α μαραθεί..."

Ξέρω πως αν έχω την τύχη να τον πετύχω ξεκούραστο και χαλαρό, θα βρει τη διάθεση να μου χαρίσει μια ιστορία από εκείνες που μ' αρέσουν: Ένα πραγματικό γεγονός, πασπαλισμένο με λίγη σκόνη υπερβολής καθώς περάσανε κιόλας τόσα χρόνια, από τότε που έγινε πρώτη φορά. Μα κάθε φορά γίνεται. Λίγο -τόσο δα- διαφορετικό, μα γίνεται! Γιατί κάθε τι όταν το ξαναλές και έχεις το χάρισμα να το περιγράφεις έτσι γλαφυρά, όπως αυτός, ζωντανεύει και ξαναγίνεται.

Προχθές λοιπόν ("τις προάλλες", που λένε και οι φυσιολογικοί άνθρωποι) τον πέτυχα στη στιγμή! Έπινε πράσινο τσάι γιατί διάβασε κάπου πως έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες και κάνει καλό στα νεύρα. "Σε βοηθάει;", τον ρώτησα. "Ορή κοπέλλα, υπάρχει τίποτα που να γιατρεύει τη μούρλια;;;" μου απάντησε σοβαρά με ερώτηση και ξεκίνησε...

Ο " Μπαξές" ανέβαινε κάνα - δυο φορές την εβδομάδα στο χωριό, ήτουνα έμπορος. Επούλιε φρούτα, κηπευτικά... τέτοια πράματα. Aπ' ούλα τα καλά είχε κι έτσι τον ελέγανε "Μπαξέ". Να σου ειπώ, ήτουνα κομματάκι φαρμάκι τσι τιμές του αλλά ηξέραμε πως του επληρώναμε και το αγώι. Τόμου δεν ήθελες, να εκατέβαινες στη Χώρα να κάμεις τα νιτερέσσα σου όπως σου άρεσε εσένανε!

Εφτός ο έμπορος, είχε μία γυναίκα άσκημη. Δεν την καλοθυμάμαι αλλά άσκημη ήτουνα. Ερχότανε που και που αντάμα, τον εβοήθαγε βεραμέντε. Δεν νογάω! Ηλέγανε στο χωριό πως εφτούνη τεμπέλα ήτουνα κι ερχότανε για να πάρει τον αέρα τσης αντί να κάτσει στ' αυγά τσης, σπίτι με τα παιδία να τουκάμει μία παδέλα φαΐ, να ποροπιαστεί ο καψερός που εξεπατονότουνα, με το συμπάθιο, ούλη μέρα!

Μία Δευτέρα ήρθανε που λες αντάμα. Ο Μπαξές με τη γυναίκα του. Επήγε ο Νιόνιος τση Χρυσούλας κάτι να πάρει. Τηνε κοίταε καλά - καλά τη γυναίκα του Μπαξέ αλλά δεν είπε τίποτα. Την επόμενη φορά όμως που εκειός ανέβηκε μονάχος του, επήγε αντακάπου ο Νιόνιος να κάμει το ψώνιο του και του φάνηκε πως ήτουνα ευκαιρία να πει κάτι του Μπαξέ, να τονε πικάρει για τη γυναίκα του την άσκημη.

Να σου πω όμως, πως και ο Νιόνιος είχε μία γυναίκα τόσο άσκημη, που ούτε να φτύσεις απάνουθε τσης δεν θα ήθελες, να μα τον Άγιο! Και δεν του έφτανε του συφοριασμένου που είχε εφτούνο το μέμπρο για ταίρι, έκαμε να κογιονάρει τη γυναίκα του Μπαξέ κι έτσι, του λέει: "Καλημέρα Μπαξέ! Ορέ τη μαστόρισσα δεν την έφερες σήμερα να την ειδούμε, που είναι μία Κυρά και μία Κοντέσσα;" Και ο Μπαξές, που δεν εχάριζε κάστανα, παρά τα πούλιε ακριβά, του απάντησε χωρίς να χασομερίσει: "Νιόνιο μου καλημέρα ψυχή μου! Ορέ για να λες για τη δικιά μου έτσι, γύρευε τι παλιο-τσαπούνα θα έχεις καψερέ μου". Κι έβαλε κάτω το κεφάλι ο Νιόνιος κι επήγε σπίτι χωρίς το ψώνι, στη "Τσαπούνα" του!

Ευτά που λες με τον Μπαξέ και το συγχωρεμένο το Νιόνιο... Σώνει τώρα κουβέντες, έχουμε και δουλειές. Πήγαινε καλλιά σου...