30.8.09

[Νεοέλληνας και...] Ιστορίες καθημερινής αγένειας

«Τι θες; Ανάληψη; Ε, και γιατί δεν το λες ότι θες ανάληψη; Άντε να τελειώνουμε...». Ο υπάλληλος στο ταμείο της τράπεζας ήταν δεν ήταν 30 ετών.

Όση ώρα περίμενα να έρθει η σειρά μου, τον παρατηρούσα να μιλάει στον ενικό σε ηλικιωμένους κύριους και κυρίες, σε συνομηλίκους του, σε όποιον τέλος πάντων πήγαινε στο ταμείο του να εξυπηρετηθεί.

Είχε πετάξει από πάνω του κάθε επίφαση σοβαρότητας, κάθε υπόκριση ευγένειας, και δεν είμαι συντηρητική ούτε τυπολάτρις, επειδή πιστεύω ότι ο πληθυντικός αριθμός, με τον οποίο απευθυνόμαστε σε κάποιον μεγαλύτερό μας σε ηλικία ή άγνωστο ανεξαρτήτως ηλικίας, φανερώνει πολιτισμό και ευγενική συμπεριφορά – ακόμη κι αν αυτή δεν αποκτιέται μόνο με τη χρήση του πληθυντικού αριθμού ούτε καταργείται με τη χρήση του ενικού.

Ο συγκεκριμένος υπάλληλος ήταν είρων και θρασύς, μουτρωμένος και απότομος, αμετροεπής και ξερόλας. Ένας γνήσιος Ελληνάρας. Και το μεγαλείο του ξεδιπλώθηκε στον επόμενο πελάτη, έναν ντροπαλό και φοβισμένο μετανάστη. «Τι θες ρε;», του λέει...

Άφησα τη φαντασία μου να οργιάσει: είδα τον Ελληνάρα να ξυπνάει το πρωί νευρικός και λιγομίλητος. Κατέβασε τα σκουπίδια του στο πεζοδρόμιο και τα ξεφορτώθηκε στον πιο κοντινό κάδο, μπλε - πράσινο το ίδιο κάνει. Ανακύκλωση, άγνωστη λέξη. Το πολύ πολύ στο διαχωρισμό μπλε - πράσινων κάδων να βλέπει τα χρώματα του δικομματισμού!

Μπήκε στο αυτοκίνητό του και σε όλη τη διαδρομή κόρναρε ασταμάτητα για να παραμερίσουν όλοι και να περάσει πρώτος. Στο φανάρι πέταξε το τσιγάρο του στο δρόμο, ενώ πληκτρολογούσε κάποιον αριθμό στο κινητό του.

Πάρκαρε σε ράμπα αναπήρων αδιαφορώντας για τη σημασία της, αλλά και για την κλήση που μπορεί να έβρισκε επιστρέφοντας. Ο κολλητός του δουλεύει στην Τροχαία. Το απόγευμα ήπιε φραπεδιά με τους φίλους.

Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τους λαθρομετανάστες. «Γεμίσαμε Αλβανούς και Κινέζους, Πακιστανούς και Boυλγάρες», είπε, και πριν αποχωρήσει από την παρέα, τους «αφιέρωσε» περήφανος το σύνθημα που είχε ακούσει: «Αλβανέ δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ».

Σε εστιατόριο της παραλιακής τσακώθηκε με τον σερβιτόρο: «Τι θα γίνει, θα μας εξυπηρετήσεις; Ήρθαμε πριν απ’ τους διπλανούς!». Το Σαββατοκύριακο πήγε εκδρομή με το φουσκωτό ενός φίλου. Ανεβάζοντας άγκυρα για την επιστροφή, άδειασε ό,τι σκουπίδι είχε στη θάλασσα. Δεν ήταν απαραίτητο να βρει και ο επόμενος καθαρή τη δική του «γαλάζια λίμνη». Άλλωστε, τι τον ένοιαζε πια, αυτός είχε περάσει καλά. Στον ενικό αριθμό του χωράει μόνο ο εαυτός του. Είναι ο σταρ, ο πρωταγωνιστής σε έναν μικρόκοσμο αυταρέσκειας και ανεπάρκειας, εγωισμού και μαγκιάς, ψευτοχλιδής και λάιφ στάιλ. Μια αλήθεια υπάρχει, η δική του. Μια άποψη, η δική του. Μια φυλή, η δική του. Μια θρησκεία, η δική του. Μια ομάδα, η δική του.

Η αθάνατη νεοελληνική εξυπνάδα θριαμβεύει σε πολλές ιστορίες καθημερινής αγένειας που βαφτίζονται μάγκικη συμπεριφορά. Τι θλίψη. Και πόσο θλιβεροί μπορούμε να είμαστε...
*της Γιούλης Επτακοίλη από την Καθημερινή, αναδημοσίευση από ΤΟ ΑΤΟΜΟ, χωρίς σχόλια δικά του, εν αναμονή των δικών σας...