21.8.09

Επιστρέφω, εν μέσω φωτιάς και χαλασμού...









Το μεσημέρι, στην παραλία, άκουγα στο ραδιόφωνο τις «πολεμικές ανταποκρίσεις» του ΣΚΑΙ από τα «μέτωπα» του Ασπρόπυργου, της Μαγούλας και του Αστακού. Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τα βουνά, στη βόρεια μεριά της Ζακύνθου.

Ήταν η πρώτη μέρα που δεν είδα καπνό να ξεπροβάλλει από κάπου. «Έτσι κι αλλιώς», σκέφτηκα, «φέτος η Βόρεια Ζάκυνθος, το πιο πράσινο και όμορφο μέρος του νησιού, έχει αρχίσει να μαυρίζει από τα καμμένα, τουλάχιστον σήμερα δε θα ανησυχήσουμε».

Θυμήθηκα και την προχθεσινή μέρα που ένα άθλιο χέρι (ίσως και περισσότερα, που εύχομαι να τα δω σαπισμένα & κομμένα από αρρώστια βαριά) κατάκαψε μια ολόκληρη πλαγιά από κέδρους και σκίνα και μας έκανε να τρέχουμε να γλυτώσουμε περιουσίες και ιστορία: το μέτωπο σταμάτησε λίγα μόλις μέτρα από το λιοστάσι του πεθερού μου, τη γλύτωσε η μικρή αγροικία, τη γλύτωσαν και οι αιωνόβιες ελιές (θα σας μιλήσω άλλη ώρα γι'αυτές)...

Αυτά το μεσημέρι, γιατί το βράδυ η κατάσταση άλλαξε. Την ώρα αυτή που γράφω, στο βόρειο τμήμα της Ζακύνθου μαίνονται τρεις φωτιές, η μία κατακαίει ένα όμορφο δασωμένο βουνό μεταξύ Αναφωνήτρας και Μαριών (από εκεί και οι φωτογραφίες που δημοσιεύω), η δεύτερη ξανακαίει τις πλαγιές στην περιοχή της Αγίας Θέκλας στις Άνω Βολίμες, η τρίτη ολοκληρώνει το καταστροφικό της έργο σε μια πλαγιά στην περιοχή Σκοινάρι.

Ο λόγος προφανής και τον βλέπει όποιος έχει επισκεφθεί το μέρος συστηματικά τα τελευταία χρόνια: κάθε χρόνο οι πετρόχτιστες βιλίτσες στην πλαγιά με άπλετη θέα τη θάλασσα αυξάνονται και πληθύνονται, το εμπόριο της γης βλέπετε είναι η πλέον άκοπη εκμετάλλευση της, που να καλλιεργείς τώρα και τι να καλλιεργείς, σταματάνε και οι επιδοτήσεις το 2013...

Εξάλλου στα Ιόνια το πρόβλημα δεν είναι η κατοχή της γης, ποτέ δεν ήταν, αλλά η χρήση της. Η γη εδώ ανήκει κάπου, όλη, «κληρονομία» από την Ενετική κατοχή, το πρόβλημα είναι ότι άμα κάνεις 20 και 30 χρόνια να καλλιεργήσεις τη γη σου αυτή γίνεται λόγγος (=δάσος) και μετά δε μπορείς να την κάνεις τίποτε, άσε που δεν υπάρχουν πια παρά λίγα κοπάδια και δεν μπορείς να επικαλεστείς ούτε ότι είναι βοσκότοπος...

Απόψε η νύχτα εδώ είναι περίεργη, ο αέρας μυρίζει αποκαϊδια, η σιγαλιά της νύχτας κόπηκε ήδη δυό φορές από τις σειρήνες των πυροσβεστικών που έτρεχαν στα νέα μέτωπα, σε έναν αγώνα με το χρόνο και τον άνεμο, περιμένοντας να ξημερώσει...

Εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι - πυροσβέστες που ίσα-ίσα πρόλαβαν να κάνουν ένα μπάνιο το πρωί και να ρίξουν μερικές ώρες ύπνου πριν τους ξαναχρειαστούμε, ας είναι καλά...

Εκεί έξω υπάρχουν όμως και τα ανθρώπινα κτήνη που έβαλαν και βάζουν τις φωτιές, για αυτούς ούτε οίκτος ούτε λύπηση μου περισσεύει, ούτε καν τους αναγνωρίζω και ανθρώπινα δικαιώματα, αυτό θα σήμαινε ότι δέχομαι πως είναι άνθρωποι και δεν το δέχομαι.

Πραγματικά, θέλω να τους δω να λιώνουν από βαριά, ανίατη αρρώστια, σε ένα θάνατο μακρύ, αργό, επίπονο, χωρίς σωτηρία, να παρακαλάνε για λύτρωση και αυτή να μην υπάρχει πουθενά, να βασανίζονται, να λιώνουν, απομονωμένοι de facto από την κοινωνία που τόσο απερίσκεπτα και βάρβαρα έβλαψαν. Να πεινάνε και να μην τους δίνει κανείς ένα πιάτο φαί, να διψάνε και να μην τους δίνει κανείς ένα ποτήρι νερό, να πονάνε και να μην υπάρχει κανείς να τους πει έναν λόγο συμπόνιας...

Καληνύχτα σας...