3.7.09

Καπνός [...στην καλύβα ψηλά στο βουνό...]

Καπνός
via Η καλύβα ψηλά στο βουνό by sxoliasths on 7/3/09

mt_etna_volcano_smoke_ring

Του Γιώργα

Μην τον φυσάς στα μούτρα μου
γιατί μια μέρα κρύα
μπορεί κι’ οι αντικαπνιστές
ναρθούν στην εξουσία

(συγνώμη Διονύση)

Στην πρώτη γυμνασίου, ολοι οι μάγκες καπνίζανε στις τουαλέτες του σχολείου. Πήγαινες για την ανάγκη σου και άν έβρισκες τουαλέτα ελεύθερη έμπαινες στον θάλαμο των αερίων – με μια συμφωνία όμως.

-Για κατούρημα μόνο, γιατί μετά θα μπούμε για τσιγάρο. Αντε, γιατί τελειώνει το διάλειμμα.


Καμιά φορά την κάναμε κοπάνα σε μια καφετέρια εκεί κοντά ή στα σφαιριστήρια. Όλοι οι άλλοι καπνίζανε.

Τους ζήλευα τότε αυτούς που καπνίζανε. Με το τσιγάρο στο χέρι φαινόντουσαν τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροι. Παίρνανε και καμιά πόζα σαν κι’ αυτές του Τζέημς Ντήν ή του Κούρκουλου που βλέπαμε στο σινεμά. Κι’ εγώ βιαζόμουν να μεγαλώσω. Κέρδιζα και χρονιά, κι’ ήμουν και μικροκαμωμένος. Ήταν κι η γοητεία της παρανομίας.

Παρόλο που ο καπνός με αηδίαζε, αποφάσισα να πάρω ένα πακέτο. Τόκρυβα στα πιο απίθανα μέρη. Δεν ήξερα πώς καπνίζουν, και δεν ήθελα να το δείξω. Κρατούσα τον καπνό στο στόμα και τον ξαναφυσούσα.

Μια μέρα με πήρανε χαμπάρι.

-Καλά, δεν το τραβάς μέσα; Αν δεν το τραβάς δεν κάνεις τίποτα. Σαν να μη καπνίζεις είναι.

Σαν να μη καπνίζω; Τραβώ κι’ εγώ μια δυνατή ρουφηξιά.

Δέκα λεπτά αργότερα που μπόρεσα να ηρεμήσω από τον βήχα,κατάλαβα μια και καλή πως τα δικά μου τα πνευμόνια αντί για το διοξείδιο του άνθρακα προτιμούσαν ένα άλλο αέριο: Το Οξυγόνο!

Σε πολλά μέρη όμως αυτό το αέριο ήταν περιζήτητο και πολύ σπάνιο.

Έμπαινα στο λεωφορείο να πάω στο χωριό μου. Γεμάτο θεριακλήδες. Επιτρεπόταν τότε το κάπνισμα στα λεωφορεία.

-Ρε παιδιά μισή ώρα δρόμος είναι. Δεν μπορείτε να κρατηθείτε;

Την απάντηση την έπαιρνα στον κώδικα των Τσερόκι. Κι’ εγώ αντί να ασκήσω το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής που είχα, να πάω με τα πόδια στο χωριό μου, καθόμουνα στη θέση μου και έβγαζα το σκασμό.

Μεγαλώνοντας αρχίσαμε να πηγαίνουμε στην Ταμάνγκο. Αυτή ήταν μια ντισκοτέκ που μάζευε όλη την Καστοριά. Όλες οι κοπέλες του λυκείου πηγαίνανε εκεί. Ήταν ο πιο ισχυρός μαγνήτης η Ταμάνγκο. Καθώς χόρευες στην πίστα με τους Μπή Τζής να τσιρίζουν “στέιν αλάαα,αααααα,αααάιβ”, οι δέσμες των φωτορυθμικών που διαπερνούσαν τον καπνό, σου δίνανε το μήνυμα πως το οξυγόνο σου όπου νάναι τελειώνει, και μετά πρέπει να την βολέψεις με το διοξείδιο του άνθρακα.

Μετά ήρθε το Πανεπιστήμιο. Πολιτικές αναλύσεις στο κυλικείο.

-Ρε παιδιά μή καπνίζετε τόσο. Θα πνιγούμε.

Αντί άλλης απαντήσεως άκουγες μια ανάλυση για τον σοσιαλισμό που θα δώσει σ’ όλους ίσα δικαιώματα. Για το ότι θα έρθει ήμασταν απόλυτα βέβαιοι. Έμενε να ξεκαθαρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα συνέβαινε αυτό. Αυτά τα δύσκολα προβλήματα τα λύνανε οι γενικές συνελεύσεις στο αμφιθέατρο – μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού. Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, αλλά άμα τον έχανες τον σοσιαλισμό, άντε να τον ξαναβρείς μετά. Γι’ αυτό κάτσε εδώ πέρα και μούλωνε (που λένε και στο χωριό μου).

Η διασκέδασή μας ήταν τα ταβερνάκια. Και τα ρεμπέτικα. Η ατμόσφαιρα στο ταβερνάκι ασορτί με τους στίχους των τραγουδιών.
Πέντε μάγκες στον Περαία
πέρασαν απ’ τον τεκέ
Κάποιος είπε απ’ την παρέα
πα να πιούμε ένα αργιλέ

Καμιά φορά οι φίλοι από ευγένεια όταν με έβλεπαν να πνίγομαι απ’ τον καπνό λέγαν «Αααααα σε πειράζει; Συγνώμη! Θα φυσάω τον καπνό απ’ την άλλη». Κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να το σβήσει το ρημάδι.

Πηγαίναμε σε κανά μπαράκι. Τα ηχεία να τραντάζονται απ’ την κιθάρα του Ρίτσι Μπλάκμουρ: «Smoke on the waaaater». Ελλείψει του υγρού στοιχείου όμως, ο καπνός κι’ εδώ γέμιζε τον αέρα.

Το είχα πάρει απόφαση πως αν δεν ήθελα να καταπίνω καπνό, δεν μπορούσα να πάω πουθενά. Μόνο το καλοκαίρι ήταν η σωτηρία μου – που όλα αυτά γινόντουσαν έξω. Το μόνο απαραίτητο εργαλείο ήταν ένα φορητό ανεμούριο για να σε βοηθήσει να κάτσεις στη σωστή πλευρά.

Κάποια στιγμή ήρθε ο νόμος που προέβλεπε χώρους «μη καπνιζόντων» στα μαγαζιά. “Σωθήκαμε” σκέφτηκα. Λίγα όμως το εφαρμόσαν στην πράξη. Κι’ ακόμη και σ’αυτά σπάνια πας μόνος σου.

-Πάμε απο κεί που μπορούμε να καπνίσουμε.
-Δέ γίνεται να μήν καπνίσετε ρε παιδιά;
-Καλά είσαι σοβαρός; Καφές χωρίς τσιγάρο; Θα σκάσουμε.

Για μια ακόμη φορά συνειδητοποιούσα οτι αυτός που έπρεπε να σκάσει ήμουν εγώ. Η μόνη μου ελπίδα ήταν να προσπαθήσω να τους πείσω να το κόψουν. Μάταιος κόπος. Τα επιχειρήματά τους ατράνταχτα.

-Μα τόσοι άνθρωποι πεθαίνουν απ’ το τσιγάρο.
-Κι’ απ’ τα αυτοκίνητα σκοτώνονται ένα σωρό, αλλά δεν σε είδα να πηγαίνεις με τα πόδια.

-Έχεις δει πόσο μαύρο είναι το πνευμόνι ενός καπνιστή;
-Δικό μου είναι το πνευμόνι, άμα θέλω το κόβω και το ρίχνω στις γάτες. Τι σε κόφτει εσένα;

-Ξοδεύεις κι ένα σωρό λεφτά. Ένα πεντακοσάρι τη μέρα. Το χρόνο διακόσια χιλιάρικα.
-Κι’ εσένα που δεν καπνίζεις δε σε είδα να τα βάζεις στη μπάντα. Κάπου αλλού τα τρως.

Κι’ έρχεται επιτέλους η μέρα που το κάπνισμα θα απαγορεύεται στους δημόσιους χώρους. Και στα μαγαζιά; Στα μεγάλα ο χώρος των καπνιστών περιορίζεται στο τριάντα τοις εκατό. Τι τριάντα, τι σαράντα, τι πενήντα σκέφτηκα. Και εμείς στο χώρο καπνιζόντων θα την βγάζουμε. Στα μικρά όμως απαγορεύεται τελείως. Τελείως;;;

-Είναι φασιστικό να μην μπορεί κανείς ελεύθερα να αποφασίζει αν θα κάνει το μαγαζί του χώρο καπνιστών...

Κι’ εγώ που με την δημοκρατία χόρτασα μπόλικο διοξείδιο και μονοξείδιο, έχω την κρυφή ελπίδα πως αν δεν πέσει η δικτατορία κι επεκταθεί και στα μεγαλύτερα μαγαζιά, έχω κι’ εγώ την ελπίδα να αναπνεύσω λίγο οξυγόνο.

Ένας παθητικός καπνιστής
(για άλλους, ενας αντιπαθητικός αντικαπνιστής)

...και για την αναδημοσίευση ΤΟ ΑΤΟΜΟ, που πήγε στην καλύβα ψηλά στο βουνό, όπου είχε πάει ο Γιώργας για να βρει οξυγόνο και τον βρήκε ο sxoliasths και τον έβαλε και μας διηγήθηκε όλα τα παραπάνω...