24.6.09

Αυτό με το γιαούρτι με μπερδεύει...

Κάποτε, λίγο έξω από τη Λαμία, σε ένα μικρό και σχετικά άγνωστο χωριό, υπήρχε ένας λεβέντης, καραμπουζουκλής, πού οι κρυφές του χάρες (ή, ορθότερα, η κρυφή του χάρη) ήταν πολύ πέρα του κανονικού!! Κοινώς την είχε μεγάλη!!!

Ε, αυτή ήταν και η ατυχία του!!! Κι αυτό γιατί, δεν έμεινε και για πολύ κρυφή αυτή η χάρη!!
Κι έτσι, όλες οι συγχωριανές, δουλειά δεν είχαν να κάνουν, με την πρώτη ευκαιρία, έτρεχαν να τον χαρούν από κοντά!!

Οι άντρες του χωριού, εννοείται πως δεν είχαν ιδέα. Και μάλιστα ίσως μπορούμε να πούμε οτι ένιωθαν και λίγο ανακουφισμένοι που είχαν απαλλαγεί κι από το μεγάλο βάρος των συζυγικών τους καθηκόντων! Κι έτσι όλα κυλούσαν ωραία και καλά, για όλους. Εκτός όμως από το φίλο μας, που άρχισε να τα παίζει από την κούραση!!! Μισός κόντευε να μείνει ο έρμος!!

Μην τα πολυλογούμε, μια μέρα το παίρνει απόφαση. Φεύγει!! Φεύγει από το μέρος που γεννήθηκε, ...και δοξάστηκε. Βέβαια, δεν πήγε και στην Αμερική, εκεί παρακάτω, πήγε ο έρμος, που να πάει; Κατέβηκε στα πεδινά, λίγο πιό πέρα από τη Λαμία, έστησε το καλυβάκι του, φύλαγε τα προβατάκια του και ζούσε ο άνθρωπος -με τη κρυφή του χάρη μαζί, τι θα την άφηνε;

Πίσω στο χωριό, ΤΟ ΔΡΑΜΑ. Οι κυρίες, άφρισαν από το κακό τους σαν το πήραν χαμπάρι τι έχασαν μέσα από τα χέρια τους, ή καλύτερα μέσα από τα σκέλια τους!! Μια δε από αυτές είχε πέσει σε τέτοια μελαγχολία που ούτε έτρωγε, ούτε έπινε, μοναχά βαλάντωνε στο κλάμα όλη μέρα . Κι ο άντρα της από κοντά, ο καημένος, να τραβάει τα μαλλιά του, μη ξέροντας τι κακό τον βρήκε. Τι σε γιατρούς την πήγε, τι σε νοσοκομεία. Τίποτα! Όλοι σηκώναν τα χέρια ψηλά. Κι έτσι περνούσε ο καιρός, καθείς στο δράμα του.

Έλα όμως που σπάει ο διάβολος το ποδάρι του, και μια φορά από τις τόσες που κατέβαιναν στη Λαμία για κάποιον νέο γιατρό, πέφτουν πάνω στη καλύβα του φίλου μας του βλάχου, του παλιού τους συγχωριανού!!! «Βρε, τι γίνεσαι;», «Καλώς τους πατριώτες!» και άλλα τέτοια.

Μόλις αντιλαμβάνεται η κυρία το τι είχε συμβεί, ότι είχε ξαναβρεί αυτό που είχε χάσει, πάει να τρελαθεί από τη χαρά της. Μα έλα που είχε και τον βλάκα τον άντρα της από κοντά! Τι να κάνει; Κατεβάζει σχέδιο στο πι και φί! Κάνει πως λιποθυμάει, κλείνοντας το μάτι στο βλάχο, που βέβαια ήξερε το μυστικό. «Ένα νερό!! Ένα νερό», λέει στον άντρα της ο βλάχος, «να, εκεί είναι το πηγάδι!», του δείχνει, «άντε, προσέχω εγώ τη γυναίκα σου!»

Τι να κάνει ο ανθρωπάκος, όλα γίνονται και τόσο γρήγορα που τα 'χει χάσει, πάει να φέρει το νερό! Μέχρι να 'ρθει, η γυναίκα του και ο βλάχος προλαβαίνουν και τα συμφωνούν, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις!!

Γυρίζει πίσω ο σύζυγος με το νερό...
«Τι έχει η γυναίκα σου;» του λέει ο βλάχος.
«Τι να 'χει;», απαντάει ο σύζυγος, «κανείς δεν ξέρει... και τι δε δίνω να μου την κάνει κάποιος καλά...»
«Μην ανησυχείς», του λέει ο βλάχος, «εγώ ξέρω, θα στην κάνω καλά! Μα ότι κι αν δεις να γίνεται μπροστά σου μην πεις κουβέντα !! Εντάξει;»
«Εντάξει!!!»

Αφού τα συμφωνήσανε κι αυτοί, αναλαμβάνει δράση ο βλάχος!!! Πιάνει ένα τουλπάνι που είχε εκεί πιο πέρα στην καλύβα του κι έπηζε γιαούρτι, γυμνώνει τη γυναίκα του άλλου, παίρνει το γιαούρτι κι αρχίζει να το απλώνει στα μπούτια της και στα επίμαχα σημεία τριβής και ηδονής! Ο σύζυγος άφωνος να παρακολουθεί και η κυρία να αναστενάζει! Ο βλάχος τελειώνει με την επάλειψη του γιαουρτιού, γδύνεται κι αυτός, της ανοίγει τα σκέλια καλά-καλά κι αρχίζει -άνευ άλλης καθυστέρησης- να την πηδάει!!!

Μετά από κάμποση ώρα τελειώνουν οπότε η κυρία -που έχει πάει και γυρίσει στο παράδεισο με πύραυλο- αναφωνεί όλο χαρά: «ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΚΑ!! Έγινα καλά! Βρήκα την υγειά μου!»

Ο βλάχος, σκουπίζεται, κουμπώνεται κι όλο ρίχνει βλέμματα στο σύζυγο που τους κοιτάει σκεπτικός, μελαγχολικός και μαραμένος. «Τι έχεις;», τον ρωτάει, «δε χαίρεσαι που η γυναίκα σου έγινε καλά, δεν έχεις να πείς τίποτα;»

Οπότε ο σύζυγος του απαντάει: «Τι να πω ο καημένος... Θα έλεγα πως μου γάμησες τη γυναίκα, αλλά, να... αυτό με το γιαούρτι με μπερδεύει βρε παιδί μου !!!»