20.4.09

Αναδημοσίευση: {«Ασυλο» και καταλήψεις, καρκίνωμα στο σώμα της Δημοκρατίας}

Άρθρο του Aντώνη Καρκαγιάννη, δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 12 Απριλίου 2009.
Το σημερινό σημείωμα μπορεί να θεωρηθεί απολογητικό: ότι προσπαθώ να απολογηθώ για όσα κατά καιρούς γράφω για το «άσυλο» και τις καταλήψεις. Ότι καθαρή λύση είναι η άρνηση και η καταδίκη του «ασύλου» και των καταλήψεων από τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία. Δεν έχω βέβαια να απολογηθώ σε κανέναν. Αισθάνομαι, όμως, την υποχρέωση να απαντήσω σε παρατηρήσεις αριστερών φίλων και συντρόφων, ότι τάχα αυτή η απόλυτη θέση για άρνηση και καταδίκη του ασύλου μοιραία με εντάσσει στο γνωστό ιδεολόγημα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς για τον «νόμο και την τάξη».

Να αποσαφηνίσουμε πρώτα ότι το «άσυλο», όπως εξελίχθηκε η χρήση και κατάχρησή του, είναι ένα καρκίνωμα στο σώμα της Δημοκρατίας, επειδή ακριβώς διασπά την ενότητά της. Η Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει με δύο μέτρα και δύο σταθμά, αφαιρώντας από την αρμοδιότητά της τμήματα της επικράτειας ή ομάδες πολιτών. Όπως αρνούμαστε στους βουλευτές και στους υπουργούς το δικαίωμα να επικαλούνται το δικό τους «άσυλο» για να εξασφαλίσουν ατιμωρησία για αξιόποινες πράξεις τους, με την ίδια λογική αρνούμαστε το πανεπιστημιακό «άσυλο» ως εξαίρεση από τους νόμους της Δημοκρατίας.

Θα πουν μερικοί ότι αυτή η Δημοκρατία που έχουμε δεν είναι αρκετή για να εγγυηθεί τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών. Ότι χρειάζεται το «άσυλο» στα πανεπιστήμια, ίσως και περισσότερα «άσυλα», για να κατοχυρωθούν ειδικές (κατά περίπτωση) ελευθερίες και ειδικά δικαιώματα. Καταλαβαίνετε ότι μια τέτοια πολυδιάσπαση της Δημοκρατίας, ως έννοιας και πρακτικής, τη διαβρώνει τόσο αποτελεσματικά ώστε η τελική κατάλυσή της να είναι αναπότρεπτη και μοιραία.

Υπάρχει και η άλλη αντίρρηση: αυτή η Δημοκρατία εκτός του ότι είναι λειψή είναι και τυπική. Σε μια κοινωνία με πολλές ανισότητες και αδικίες, με πλούσιους και φτωχούς, με δυνατούς και αδύναμους, τυπικά μόνο είναι Δημοκρατία για όλους. Στην ουσία είναι Δημοκρατία για τους λίγους, για τους δυνατούς και τους πλουσίους. Νομιμοποιεί, αναπαράγει και πολλαπλασιάζει τις αδικίες, τις ανισότητες και την καταπίεση των ολίγων σε βάρος των πολλών.

Η συζήτηση αυτή είναι τόσο παλιά όσο και ο νεότερος κόσμος. Δεν θα επαναλάβω το κοινότοπο ευφυολόγημα ότι η «αστική» και «τυπική» Δημοκρατία «είναι το χειρότερο καθεστώς, αλλά δεν υπάρχει κανένα καλύτερο». Θα αναφερθώ, όμως, στις τραγικές εμπειρίες που γνώρισε η σοσιαλιστική ιδέα στη Σοβιετική Ένωση αρχικά και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αργότερα. Ακριβώς λόγω της βιαίας και βάναυσης καταπάτησης αυτής της «τυπικής» «αστικής» Δημοκρατίας: η Ρόζα Λούξεμπουργκ το είχε επισημάνει έγκαιρα, ήδη από το 1918, και είχε προβλέψει το κατρακύλισμα της σοσιαλιστικής ιδέας σε πρωτοφανείς μορφές καταπίεσης και φυσικά στην πλήρη απαξίωσή της.

Θα ήθελα ακόμη να υπενθυμίσω σε φίλους και συντρόφους ότι όταν η χούντα των συνταγματαρχών μας έπιασε στον ύπνο (κυριολεκτικά) και παντελώς ανέτοιμους (ιδεολογικά και οργανωτικά) να υπερασπισθούμε τις «αστικές» ελευθερίες και τα «αστικά» δικαιώματα, κατέλυσε πολύ εύκολα την υπονομευμένη ήδη Δημοκρατία. Στις φυλακές και τα στρατόπεδα που βρεθήκαμε, καταλάβαμε και το ομολογούσαμε ότι η Δημοκρατία όσο λειψή, αστική και τυπική και αν είναι, αποτελεί για τον λαό το «ένα το κρατούμενο», επειδή ενσωματώνει το σπέρμα της αλλαγής. Έχει αυτή την ιδιοτροπία η Δημοκρατία, να την εκτιμούμε ακριβώς όταν μας λείπει. Καταλήγαμε τότε σε ένα σταθερό συμπέρασμα. Καμιά σοσιαλιστική ιδέα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά μόνο μέσα από τις δοκιμασμένες διαδικασίες της «αστικής» Δημοκρατίας.

Το «άσυλο» είναι καρκίνωμα στο σώμα της Δημοκρατίας και αν το ανεχθούμε θα την αποδυναμώσει και θα τη διαβρώσει, τόσο ώστε να είναι εύκολη η μερική ή ολική κατάλυσή της.

Αλλά είναι και ένα ψέμα, ένα αναιδές πρόσχημα πολιτικών σκοπιμοτήτων και ανοιχτά αντιδημοκρατικής ή σχεδόν φασιστικής συμπεριφοράς, αν σταθερό γνώρισμα του φασισμού είναι η χρήση βίας για την επικράτηση οργανωμένων μειοψηφιών. Ως ψεύδος και πρόσχημα στην πολιτική πρακτική μοιάζει απαράλλαχτα με την παλαιότερη «εθνικοφροσύνη» και πατριδοκαπηλία που συγκάλυπταν φαύλες ανομίες, καταπίεση και πολιτική συμπεριφορά βαρύτατα αντιδημοκρατική.

Το «άσυλο» και οι καταλήψεις προβάλλονται, ακόμη και από κοινοβουλευτικά κόμματα, ως σύμβολα ελευθερίας και καθαγιασμένες μορφές πάλης στα πανεπιστήμια και στα σχολεία. Από ορισμένους κι ως δημόσιες ομολογίες πίστεως στην «αριστεροσύνη» και την «προοδευτικότητα». Το ίδιο όπως η «εθνικοφροσύνη» και η πατριδοκαπηλία είχαν υποκαταστήσει το έθνος και την πατρίδα με την τερατώδη στρέβλωσή τους.

Η πρακτική του «ασύλου» και των καταλήψεων είναι πλέον γνωστή σε όλους και όλοι βλέπουν ότι έχει στρεβλωθεί στο ακριβώς αντίθετο με εκείνο που διακηρύσσουν. Δεν υπερασπίζονται ελευθερίες και δικαιώματα, αλλά καταπατούν βάναυσα ελευθερίες και δικαιώματα. Και δεν είναι μορφές πάλης με εκπαιδευτικά αιτήματα. Αλλά μορφές διάλυσης και απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης που συνοδεύεται από στροφή στην ιδιωτική για τους έχοντες και κατέχοντες.

Μερικοί αντιλαμβάνονται τη λύση του αδιεξόδου ως δικαστική και αστυνομική καταστολή. Η καταστολή δεν έλυσε κανένα αδιέξοδο και κανένα πρόβλημα, πουθενά. Ούτε το κύμα των μεταναστών αναχαίτισε ούτε τη διάδοση των ναρκωτικών. Το «άσυλο» και οι καταλήψεις είναι σύμβολα αντιδημοκρατικής και αντιεκπαιδευτικής συμπεριφοράς με βαθύτερα αίτια. Τα σύμβολα δεν καταστέλλονται ούτε με δικαστικά ούτε με αστυνομικά μέτρα. Μόνο αποκαλύπτονται ώστε να μην ασκούν ιδεολογική τρομοκρατία. (Και εδώ επίσης είναι φανερή η ομοιότητα και η αντιστοιχία με την «εθνικοφροσύνη» και την πατριδοκαπηλία). Σήμερα κανείς δεν τολμάει να πει την αλήθεια που όλοι γνωρίζουν, για το «άσυλο» και τις καταλήψεις. Ούτε οι πρυτανείες ούτε οι εκπαιδευτικοί ούτε τα κόμματα και οι υπουργοί. Εκτός από ελαχίστους, και τι παράδοξο, όλοι προέρχονται από την Αριστερά και από τους φοιτητικούς αγώνες του παρελθόντος. Όπως ο Θ. Πάγκαλος, εναντίον του οποίου προσπαθούν να προκαλέσουν πειθαρχικά μέτρα του κόμματος στο οποίο ανήκει.

Το «άσυλο» και οι καταλήψεις, ως πρακτική που πριμοδοτείται από πολιτικά κόμματα, με το σύνδρομο της βίας, των καταστροφών, των κουκουλοφόρων, με την αναιδή περιφρόνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με τους εκβιασμούς και τις συναλλαγές, έχουν απαξιώσει και σχεδόν εκμηδενίσει τη δημόσια εκπαίδευση. Και επειδή καμιά κοινωνία δεν ανέχεται κενά στη λειτουργία της πραγματοποιείται ήδη μπροστά στα μάτια μας η μεγάλη στροφή προς την ιδιωτική εκπαίδευση με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά. Βαρύτατες είναι οι ευθύνες των πολιτικών κομμάτων που πριμοδοτούν το «άσυλο» και τις καταλήψεις, νομίζοντας ότι έτσι θα αποκομίσουν κομματικά οφέλη ή απλώς για να επιβεβαιώσουν τον ψευτοεπαναστατικό τους χαρακτήρα (τίποτα δεν διδάχθηκαν από τα λάθη και τις ήττες του παρελθόντος). Ακόμη πιο βαριές είναι οι ευθύνες και των άλλων κομμάτων που είτε αντιλαμβάνονται ότι έχουν ένα πρόβλημα καταστολής είτε σιωπούν νομίζοντας ότι έτσι θα εισπράξουν τη δυσαρέσκεια από τη γενική αναστάτωση.

Οι κύριες όμως ευθύνες βαρύνουν τη λεγόμενη πανεπιστημιακή κοινότητα (δεν είμαι βέβαιος ότι υφίσταται και λειτουργεί) με την παραλυτική της αβουλία και απραξία. Τη σιωπηρά πλειοψηφία των σπουδαστών και το βαθύτατα αλλοτριωμένο σώμα των διδασκόντων που συνήθως λουφάζει μέσα στον φόβο του.

Η άρνηση και η καταδίκη του «ασύλου» και των καταλήψεων είναι αγώνας για τη Δημοκρατία. Αυτής της Δημοκρατίας που ορίζει το πεδίο της μάχης, που καθημερινά δίνουν οι πολίτες για την επιβίωσή τους και την προκοπή τους, εκεί όπου τα άτομα σχηματίζουν σύνολο. Πέρα από αυτό το δημοκρατικό πεδίο μάχης υπάρχει μόνο ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός.