11.1.09

«Αν η αδυναμία γινόταν δύναμη...» [αναδημοσίευση]

Διαβάστε ένα καλογραμμένο άρθρο άποψης του Νίκου Κωνσταντάρα, αρθρογράφου της Καθημερινής της Κυριακής, όπως το «αλίευσα» στη στήλη ΓΝΩΜΕΣ στην έκδοση της Κυριακής 04.01.2009.
Αν η αδυναμία γινόταν δύναμη...

Τι να κάνουμε, λοιπόν; Τα προβλήματα του κόσμου και της μικρής Ελλάδας είναι γνωστά. Ευκαιρίες για να βγούμε από τα αδιέξοδα υπάρχουν, χάρη στην τεχνολογία και επειδή πολλοί Ελληνες έχουν εξαιρετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο πλέον. Το ζήτημα είναι αν θα υπάρξει κάποια πολιτική δύναμη με το θάρρος και το κύρος που θα της επέτρεπαν να κάνει ρηξικέλευθες προτάσεις.

Η Ελλάδα έχει πολλές αδυναμίες. Επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο να διορθωθούν, λόγω αδράνειας, «κεκτημένων δικαιωμάτων» και του φόβου του πολιτικού κόστους, ίσως η μόνη λύση είναι να μετατρέψουμε τις αδυναμίες σε πλεονεκτήματα - σαν τον πυγμάχο που, αποφεύγοντας τη γροθιά, χρησιμοποιεί την αστοχία και την κεκτημένη ταχύτητα του αντιπάλου για δικό του όφελος.

Βασικό πρόβλημα του κράτους και της κοινωνίας μας είναι η δημόσια διοίκηση. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (2005), τα προβλήματα που δημιουργεί η γραφειοκρατία επιβαρύνουν την ελληνική οικονομία κατά 6,8% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα (μαζί με την Ουγγαρία, την Κύπρο, τη Μάλτα και τις Βαλτικές Χώρες), παρουσιάζει το μεγαλύτερο διοικητικό κόστος στην Ε.Ε., όπου ο μέσος όρος των χωρών-μελών είναι 3,5%. Αν υπολογίσουμε ότι έτσι χάνουμε τουλάχιστον 7 δισ. ευρώ τον χρόνο, βλέπουμε πόσο επείγει να μειωθεί η σπατάλη η οποία βασίζεται στην πολυνομία, την ασυδοσία και τον κομματικό έλεγχο του κρατικού συστήματος. Το 2009 η κυβέρνηση ελπίζει να εισπράξει 65,5 δισ. ευρώ από φόρους, χρησιμοποιώντας έναν εισπρακτικό μηχανισμό που θα στοιχίσει περίπου 1 δισ. ευρώ. Η εκάστοτε κυβέρνηση διατείνεται ότι θα πατάξει τη φοροδιαφυγή, αλλά καμία δεν το κατάφερε. Και όμως, εάν απλοποιούσε το φορολογικό σύστημα και αν μείωνε ριζικά τη γραφειοκρατία, θα εξοικονομούσε μεγάλα ποσά και, την ίδια ώρα, θα ελευθέρωνε σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό (κρατικών υπαλλήλων και ιδιωτών).

Αλλος τομέας που επιτρέπει μεγάλη εξοικονόμηση πόρων είναι οι κρατήσεις από τους μισθούς. Στην Ελλάδα το 40% του ποσού που πληρώνει ο εργοδότης δεν φθάνει στα χέρια του εργαζομένου, αλλά πηγαίνει απ’ ευθείας σε ασφαλιστικά ταμεία και φόρους. Αυτό το υψηλό κόστος εργασίας αποτρέπει τις προσλήψεις και οδηγεί στη στυγνή εκμετάλλευση των εργαζομένων (όπως μερική απασχόληση με μειωμένα δικαιώματα κ.ά.). Η λύση δεν είναι να μειωθούν τα προνόμια των εργαζομένων αλλά να εξασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές σύστημα πρόνοιας για όλους - ανέργους, φοιτητές, εργαζομένους, ημιαπασχολουμένους, συνταξιούχους. Ετσι, δεν θα είναι κανείς όμηρος της ανάγκης και του φόβου - θα εργάζεται για να βελτιώσει τη ζωή του, όχι για να επιζήσει. Η απλοποίηση του συστήματος θα μπορούσε να οδηγήσει και σε μείωση των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών. (Αλλά ποιοι ασφαλισμένοι σε «ευγενή» ταμεία θα δέχονταν να μπουν σε κάποιο υπερ-ΙΚΑ;)

Η τεχνολογία σήμερα μπορεί να σπάσει τα δεσμά των εργαζομένων, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να δουλεύουν όπου θέλουν και όποτε θέλουν. Αν το κράτος και οι επιχειρήσεις το καταλάβουν αυτό, οι εξοικονόμηση πόρων από τις μειωμένες ανάγκες μεταφοράς ανθρώπων και προϊόντων θα επιτρέψει τη ριζική αναβάθμιση της κοινωνίας στο επίπεδο της γειτονιάς, με καλύτερα σχολεία, κλινικές, θέατρα και δημόσιους χώρους. Προϋπόθεση, πάντα, είναι ένα καλό σύστημα δημόσιας παιδείας και ασφάλισης.

Στην επαρχία, αντί να είναι αδυναμία οι μικροί κλήροι, οι αγρότες μας θα μπορούσαν να επιδοθούν στις βιολογικές καλλιέργειες, οι οποίες θα αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στην ευρωπαϊκή αγορά. Αν το κράτος επιδοτούσε την επιστροφή ανθρώπων στην επαρχία, οι τοπικές κοινωνίες αλλά και οι κορεσμένες πια πόλεις θα βελτιώνονταν θεαματικά με τη δημιουργία νέων αγορών. Η εγκληματική εξάρτηση της οικονομίας μας από το πετρέλαιο και τον λιγνίτη, επίσης, μας δίνει την αναγκαία ώθηση να υιοθετήσουμε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δημιουργώντας έτσι νέες θέσεις εργασίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σύστημα είναι, από τη μια, σοσιαλιστικό, όσον αφορά την εξασφάλιση των αναγκαίων υπηρεσιών, και, από την άλλη, ελεύθερης αγοράς όσον αφορά τις ευκαιρίες που θα δοθούν στους πολίτες να βελτιώνουν τη ζωή τους με την εργασία τους, ανάλογα με τις ανάγκες και τις φιλοδοξίες του καθενός. Είναι προφανές ότι το παλιό σύστημα δεν αρκεί πια. Το ερώτημα είναι: τι θα κάνουμε, λοιπόν;

Σχόλιο: Ένα ακόμα άρθρο των ημερών που κλείνει με ερώτηση. Μια ερώτηση όμως διόλου ρητορική, μια ερώτηση ουσίας. Έγραφα, γράφω και θα γράφω ότι πρέπει ο απλός πολίτης να μορφώσει γνώμη, να πάρει θέση, να εκφράσει άποψη. Και για να το κάνει αυτό χρειάζεται παιδεία, χρειάζεται πρόσβαση στη γνώση, χρειάζεται παρακίνηση και προστασία της διαδικασίας της μάθησης.

υ.γ. Ξέρω, σκέφτεστε ότι σκέφτομαι, ότι όλοι αυτοί που βούλονται την χειραγώγηση των αδαών και ημιμαθών, επιτίθενται στην εύρυθμη λειτουργία της παιδείας, αντικαθιστούν τις πηγές με συνθήματα, τη διεργασία της γνώσης με ινστρούχτορες, τη μάθηση με πορείες και σπεύδουν να διατυμπανίσουν σε όλους τους τόνους πως «όταν κλείνουν τα σχολεία, ανοίγουν οι ψυχές των μαθητών...» (κραυγή του «αρχηγού των ατάκτων» Αλ. Αλαβάνου από κοινοβουλευτικού βήματος).