20.11.08

Κουμπί, κουμπί...

Μπαίνει ένας τύπος σε ένα ιατρείο τύφλα στο μεθύσι, τρικλίζοντας και διπλωμένος στα δύο κυριολεκτικά και σωριάζεται κάτω. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε γιατί το σαγόνι του σχεδόν ακούμπαγε στο γόνατό του, μούγκριζε και κάθε τόσο που προσπαθούσε να σηκωθεί σωριαζότανε χάμω:
«Σώσε με γιατρέ μου, τραύλισε, εγώ ήμουνα μια χαρά όταν βγήκα από την ταβέρνα, πώς κατάντησα έτσι;»
«Πες μου ακριβώς τι έγινε», του λέει ο γιατρός.
«Που να σου λέω γιατρέ μου. Πήγα στην ταβέρνα, κοπανάω κανά-δυο μισές και...
...εκεί που σηκώνομαι να φύγω μπαίνει στην ταβέρνα ο φίλος μου ο Μιστόκλης και καθόμαστε κάτω και φέρε και φέρε και φέρε γίναμε Ούγγροι.
Σηκώνομαι και πάω στο μέρος κι ενώ ήμουνα εντάξει (γλουκ, με το μπαρδόν), βγαίνω από μέσα σ' αυτά τα χάλια (χικ) που με βλέπεις. Γιατρέ μου, κάνε με καλά».
Ο γιατρός σκύβει από πάνω του, τον ψάχνει και σε λίγο του λέει:
«Σήκω πάνω και πήγαινε στο σπίτι σου, δεν έχεις τίποτα».
Σηκώνεται αμέσως αυτός όρθιος και διαπίστωσε ότι ήταν απόλυτα καλά και λέει στο γιατρό:
«Γιατρέ μου, να μου ζήσεις«, του λέει ο μεθυσμένος και αρχίζει να του φιλάει τα χέρια, «τι έκανες και μ' έσωσες;»
«Δεν ήταν τίποτα, αλλά άλλη φορά όταν πηγαίνεις στο μέρος να είσαι πιο προσεκτικός και να μην κουμπώνεις το σακάκι σου στο παντελόνι σου!»