5.11.07

Η νεράιδα και η αγελάδα

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας φτωχούλης χωρικός σηκώνεται πρωί πρωί με την αυγουλά να αρμέξει την αγελάδα του. Πάει στο στάβλο και τι να δει, η αγελάδα του ξαπλωμένη νεκρή !!
Η στενοχώρια του ήταν μεγάλη. Η αγελάδα ήταν η μόνη πηγή χρημάτων που είχε για να τρέφει την οικογένεια του. Άρχισε να αναλογίζεται τα χρέη του, τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, τον έπιασε απελπισία, περνάει ένα σκοινί από το δοκάρι του στάβλου και κρεμιέται.
Ώρα μετά, η γυναίκα του τον αναζήτησε, αφού τον έψαξε στη γύρα, πάει στο στάβλο, βρίσκει την αγελάδα νεκρή και τον άνδρα της κρεμασμένο και πάνω στην απελπισία της τον μιμείται.
Αργότερα το μεσημέρι, πάει στο στάβλο ο μεγάλος γιός της οικογένειας, βλέπει το θέαμα και αποφασίζει να πάει να πέσει στον ποτάμι να πνιγεί. Ήταν έτοιμος να πνιγεί όταν ένα χέρι τον βγάζει από το νερό. Ήταν μια γυναίκα πανέμορφη, η πιο ωραία που είχε δει ποτέ του.
«Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πηδήξεις πέντε φορές, θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου και την αγελάδα», του λέει.
Τη βάζει κάτω ο νεαρός την πηδάει μια, δυο, τρεις φορές αλλά στην τέταρτη τα φτύσε.
«Καταραμένε, άντε πνίξου», γυρίζει και λέει η νεράιδα, τον παρατάει στο νερό να πνιγεί και εξαφανίζεται.
Το απόγευμα πάει στο στάβλο και ο δεύτερος αδελφός, βλέπει κι αυτός το θέαμα και πάει κι αυτός να πέσει να πνιγεί. Έτοιμος ήταν να τον πάρει ο χάρος και η νεράιδα τον σώζει:
«Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πηδήξεις δέκα φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τον αδελφό σου και την αγελάδα», του λέει.
Τη βάζει κι αυτός κάτω την πηδάει οκτώ φορές αλλά την ενάτη τα φτύσε.
«Καταραμένε, άντε πνίξου κι εσύ», φωνάζει τσαντισμένη η νεράιδα και τον παρατάει κι αυτόν στο νερό να πνιγεί.
Ο τρίτος αδερφός έλειπε όλη τη μέρα, από τα ξημερώματα, από το χωριό. Κάποια στιγμή, πριν νυχτώσει, γυρίζει και βρίσκεται μπροστά στο θανατικό. Λίγο πριν πνιγεί, τον τραβάει έξω από το νερό η νεράιδα.
«Είμαι η νεράιδα του ποταμού. Ξέρω τι σου συνέβη. Αν με πηδήξεις δεκαπέντε φορές θα σε σώσω και θα αναστήσω τους γονείς σου, τα αδέλφια σου και την αγελάδα», του λέει.
«Μόνο δεκαπέντε, θες. Εγώ σε πηδάω και είκοσι», απαντά αυτός.
«Α, έτσι μου σαι, ε λοιπόν τώρα θέλω είκοσι πέντε.»
«Τριάντα.»
«Κόλλα το.»
Αρχίζει λοιπόν να την πηδάει, μία, δύο, τρεις,... εκεί που την πηδούσε σταματάει ξαφνικά και της λέει:
«Δε φαντάζομαι μετά το τριακοστό να πεθάνεις κι εσύ όπως η αγελάδα.»