31.8.07

«Περί επικήρυξης...»: η άλλη άποψη...

Στις 27.08.2007 παρουσίασα στο σχόλιο μου «Περί επικήρυξης...» συγκεκριμένες προτάσεις για το πως πρέπει να γίνει η διαχείριση των εμπρηστών και προκαλούσα σε διάλογο και αντίλογο.
Χθες, έλαβα το παρακάτω κείμενο από τον Δ. και - πιστός στις απόψεις μου περί του ότι η κάθε τεκμηριωμένη και ουσιαστική πρόταση πρέπει να ακούγεται ελεύθερα και να διευκολύνεται σε αυτό - το δημοσιεύω αυτούσιο. Δεν θα προχωρήσω σε σχολιασμό, ούτε έχω ούτε στόχος μου είναι να έχω άποψη επί παντός επιστητού, στόχος μου είναι να παρακινήσω τους αναγνώστες του blog να παράξουν άποψη, θέση, πρόταση και με αυτή να αντικαταστήσουν την αντίθεση, την ξύλινη γλώσσα, τον εύκολο αφορισμό, τα συνθήματα. Η παρουσία του κειμένου αυτού - από μόνη της και χωρίς να μπάινω στο περιεχόμενο - πιστεύω ότι εξυπηρετεί απόλυτα το σκοπό μου. Ευχαριστώ.
Επειδή αποφάσισες να μπεις στα χωράφια μου, με το σχόλιό σου της Δευτέρας 27-8-2007, με τίτλο «Περί επικήρυξης...», κρίνω αναγκαίο να καταγράψω την άποψή μου, απλά για να αποσαφηνίσω κάποια πράγματα. Δεν διεκδικώ δάφνες ειδικού ούτε κατέχω το αλάθητο του Πάπα. Όμως η επαγγελματική μου ενασχόληση με τα νομικά με κάνει να μην ακολουθώ τόσο το θυμικό τις δύσκολες αυτές ώρες που καίγονται τα πάντα γύρω μας, αλλά να σκέφτομαι πιο ψύχραιμα και λογικά, όσο παράλογα πράγματα και αν βλέπω.

Γράφεις: «Να υπάρχει επικήρυξη όχι μόνο για πληροφορίες αλλά και για τη σύλληψη και παράδοση των εμπρηστών ΖΩΝΤΑΝΩΝ !!»

Η σύλληψη υπόπτων για κάποια εγκληματική ενέργεια δεν είναι δουλειά των πολιτών, αλλά έργο των αρμόδιων κρατικών οργάνων στα οποία εμείς οι πολίτες, στα πλαίσια της δημοκρατίας, έχουμε εκχωρήσει το δικαίωμα να μεριμνούν για την τήρηση των θεσπισμένων κανόνων για την αρμονική συμβίωσή μας σε οργανωμένες κοινωνίες. Οι πολίτες φυσικά μπορούν και πρέπει να επέμβουν μόλις διαπιστώσουν την διαπράξη άδικης πράξης, όμως αυτό πρέπει να περιοριστεί μόνο σε περιπτώσεις που κάποιος καταλαμβάνεται «εν τω πράττεσθαι» (π.χ. βλέπω κάποιον να σπάει την βιτρίνα για να κλέψει). Μετά την πάροδο κάποιου χρόνου από την τέλεση της πράξης ο πολίτης πρέπει να απευθυνθεί στα αρμόδια όργανα, καταγγέλοντας τα όσα ο ίδιος έχει διαπιστώσει (ως μήνυση, αναφορά, κατάθεση – υπάρχουν πολλοί τρόποι να γίνει αυτό). Φαντάζεσαι μία κοινωνία όπου ο καθένας να μπορεί να μπει στο σπίτι σου, να σε συλλάβει, να σε σύρει (κυριολεκτικά) στο δρόμο σε δημόσια διαπόμπευση, επειδή ενδεχομένως νόμισε ότι έκανες κάποια άδικη πράξη.


Γράφεις: «Να εξεταστεί η, με προεδρικό διάταγμα, επαναφορά της θανατικής ποινής για εγκλήματα εμπρησμού».


Το θέμα αυτό είναι τεράστιο και άπτεται της προσωπικής κοσμοθεωρίας ενός εκάστου. Θα περιοριστώ να αναφέρω μόνο ότι προσωπικά είμαι αντίθετος στην θανατική ποινή. Είναι δείγμα εκδίκησης και η κοινωνίας μας δεν πρέπει επ’ ουδενί να δείχνει τέτοια συμπεριφορά. Κατά την γνώμη μου θα αρκούσε η μη ύπαρξη «ευεργετικών» μέτρων για την έκτιση της ποινής (εργασία στις φυλακές που λειτουργεί ως εξαγορά ημερών φυλάκισης, υφ’ όρον απόλυση, κλπ) για συγκεκριμένα αδικήματα. «Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια» ειπώθηκε για τους πρωταιτίους της χούντας. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για άλλες περιπτώσεις. Βέβαια, όπως προείπα, δεν υπάρχει σωστό και λάθος στο θέμα αυτό. Έχει να κάνει καθαρά με τον τρόπο που καθένας αντιμετωπίζει τη ζωή.

Γράφεις: «Να εξεταστεί η σύσταση ειδικού δικαστηρίου το οποίο θα δικάσει τους συλληφθέντες με την κατηγορία του εμπρησμού και - επιπλέον – με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας κατ’ εξακολούθηση, από πρόθεση, με τρόπο ιδιαζόντως απεχθή κ.λπ. σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.»

Γιατί χρειαζόμαστε ειδικό Δικαστήριο (αποτελούμενο από ποιούς άραγε??). Στον Ποινικό Κώδικα υπάρχουν δύο άρθρα σχετικά με τους εμπρησμούς εκ προθέσεως (δεν μιλάμε για την περίπτωση αμέλειας, η οποία φυσικά είναι πάντα ερευνητέα από τα αρμόδια όργανα): «Αρθρο 264. Οποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος. Αρθρο 265. Εμπρησμός σε δάση "1. Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 του ν. 998/1979 ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και με χρηματική ποινή από ένα έως δέκα εκατομμύρια δραχμές. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση επιβάλλεται κάθειρξη". 2. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. ***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2081/1992 (ΦΕΚ Α 154): "Οι προβλεπόμενες χρηματικές ποινές των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 116 του ν. 1892/1990 από 1.000.000 μέχρι 10.000.000 και από 100.000 μέχρι 1.000.000 αυξάνονται σε 5.000.000 μέχρι 50.000.000 [δέκα πέντε χιλιάδες (15.000)ευρώ μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.»


Δεν θέλω να κάνω μάθημα ποινικού Δικαίου (υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι για αυτό) αλλά ως ένας απλός εφαρμοστής του Δικαίου τολμώ να εξηγήσω τα ακόλουθα: Τα δύο άρθρα έχουν μεταξύ τους σχέση επικουρικότητας. Δηλαδή το 265 εφαρμόζεται όταν δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από το 264 για την ίδια πράξη. Παράδειγμα (επίκαιρο): φωτιά σε δάσος από την οποία πεθαίνουν άνθρωποι. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί η παράγραφος (γ) του άρθρο 264 ΠΚ, και όχι το 265, για το οποίο η θανάτωση κάποιου ως αποτέλεσμα του εμπρησμού δεν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση ούτε είναι ποινικά αξιολογίσιμη. Το να κρίνουμε την πράξη ως ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράλληλα με τον εμπρησμό δάσους από πρόθεση, είναι, κατά την γνώμη μου προβληματικό, κυρίως ως προς το θέμα του δόλου. Η ανθρωποκτονία από πρόθεση σημαίνει ότι ο δράστης θέλει να σκοτώσει κάποιον και κάνει κάθετί αναγκαίο για να πραγματώσει τον σκοπό του. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι κάποιος που βάζει φωτιά έχει σκοπό να σκοτώσει κάποιον που από καθαρή τύχη (ή μάλλον ατυχία – ή από ξαφνική αλλαγή του αέρα ή από εσφαλμένους χειρισμούς, δηλαδή από γεγονότα εντελώς απρόβλεπτα και τυχαία) θα παγιδευτεί στις φλόγες. Η διάταξη επομένως της παραγράφου (γ) του άρθρου 264 ΠΚ μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς κανένα πρόβλημα για την τιμώρηση αυτού που βάζει φωτιά σε δάσος για να το κάψει και εξαιτίας της έκτασης της φωτιάς σκοτώνεται ένας (ή και περισσότεροι άνθρωποι.


Αναφορικά με το αρμόδιο Δικαστήριο που θα δικάσει τον δράστη, στην μεν περίπτωση του 264 παρ. (γ), αρμόδιο είναι το μικτό ορκωτό Δικαστήριο, με την συμμετοχή 3 τακτικών Δικαστών και 4 ενόρκων (δεν θα αναφερθώ καθόλου στο ζήτημα των ενόρκων, θεσμό με τον οποίο προσωπικά – λόγω και της εμπειρίας που έχω - διαφωνώ κάθετα). Η δε περίπτωση του άρθρου 265 ΠΚ δικάζεται από το Εφετείο Κακουργημάτων, το οποίο αποτελείται από 3 εφέτες, δηλαδή δικαστές με δικαστική εμπειρία περίπου 20 ετών και πάνω. Δηλαδή στην μεν πρώτη περίπτωση άνθρωποι κοινοί, όπως ο κατηγορούμενος, κρίνουν την συμπεριφορά του, ενώ στην δεύτερη έμπειροι δικαστές. Διαλέγετε και παίρνετε.


Όσον αφορά τον πρώτο και τελευταίο βαθμό εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων, θέλω να παρατηρήσω ότι η θέσπιση των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, με τον επιπρόσθετο αναιρετικό έλεγχο (για νομικά σφάλματα) του Αρείου Πάγου αποτελεί κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού, και η στέρηση του δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου αποτελεί δείγμα ανασφάλειας και έλλειψης δημοκρατίας, την οποία δεν μπορώ να δεχτώ για την χώρα μου. Είναι το λιγότερο αλαζονικό να πιστεύει κάποιος ότι η κρίση του είναι σωστή, και δεν υπάρχει ανάγκη δεύτερου ελέγχου, ειδικά σε τέτοιες πράξεις, ενόψει και των ποινών που προβλέπονται.


Γράφεις: «Οι δίκες αυτές να είναι δημόσιες (αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κάποιος που αποδεδειγμένα παρανομεί και καταδικάζεται για το λόγο αυτό πρέπει να έχει το δικαίωμα της ανωνυμίας...)»


Θα αναφερθώ μόνο στο άρθρο 93 παρ 2 του Συντάγματος που ισχύει σήμερα, το οποίο ορίζει: «Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων», ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι «κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (σ.σ. ο φόβος και ο τρόμος του δικαστή) και απαγγέλεται σε δημόσια συνεδρίαση». Αντίστοιχη διάταξη περιέχει και το άρθρο 329 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που καθορίζει την θεμελιώδη αρχή της δημοσιότητας κάθε συνεδρίασης. Καθένας μπορεί ελεύθερα να πάει στο δικαστήριο και να παρακολουθήσει οποιαδήποτε δίκη, έστω και αν δεν έχει καμία σχέση με τους εμπλεκόμενους. Αλήθεια, εσύ, «άτομο», σε πόσες δίκες έχεις πάει την τελευταία χρονιά, ή έστω από τα 18 σου? Είναι σπάνιες – έως γραφικές – οι περιπτώσεις ανθρώπων, κυρίως σε μικρές πόλεις, που μπαίνουν στην δικαστική αίθουσα και κάθονται στο ακροατήριο για να παρακολουθήσουν μία συνεδρίαση.

Αυτό στο οποίο πιθανότατα αναφέρεσαι έχει να κάνει με την γνωστοποίηση των στοιχείων των υπόπτων, συλληφθέντων, κατηγορουμένων κλπ. Δεν βλέπω σε τί εξυπηρετεί την απόδοση των ευθυνών το να ξέρεις ότι για τον εμπρησμό στην Ζαχάρω ύποπτος θεωρείται και ανακρίνεται ο κ. Τάδε Ταδόπουλος ή ο κ. Δείνας Δεινακίδης. Ούτε τα δάση θα ξαναζωντανέψουν, ούτε οι νεκροί θα αναστηθούν. Εκτός αν το ζητούμενο είναι να προσωποποιηθεί ο κίνδυνος και να εξεγερθεί η κοινή γνώμη εναντίον ενός συγκεκριμένου προσώπου. Και το ρίσκο λιντσαρίσματος, ενός οργισμένου πλήθους έξω από την Αστυνομία ή το Δικαστήριο δεν μας απασχολεί? Θα ήταν αυτή εικόνα πολιτισμένου και ευνομούμενου κράτους (όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι η Ελλάδα)? Το λεγόμενο «κοινό περί δικαίου αίσθημα» είναι μία έννοια που δυστυχώς επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό το γίγνεσθαι στον τόπο μας. Πώς διαμορφώνεται όμως αυτό το αίσθημα σε έναν λαό που δεν έχει συλλογική παιδεία και είναι αποδεδειγμένα (ιστορικά) ευμετάβλητος και παρασυρόμενος?

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω ότι, με δεδομένο το επίπεδο των ΜΜΜ στην χώρα μας, την ανικανότητα (ή μάλλον την απροθυμία) της πολιτείας (ασχέτως κυβερνήσεως) να θεσπίσει συγκεκριμένους κανόνες ηθικής και συμπεριφοράς του Τύπου και των λειτουργών του, και, τέλος, τον άκρατο ανταγωνισμό που επικρατεί στον χώρο, η δημοσιοποίηση των στοιχείων κάποιου εμπλεκομένου προσώπου (όνομα, ηλικία, διεύθυνση, εικόνα κ.ά.) θα οδηγήσει στην διαπόμπευσή του, στην δίκη και καταδίκη του στον τηλεοπτικό (κυρίως) αέρα από τους διάφορους Εισαγγελάτους και τον Δημοσιογράφο (ένας είναι αυτός). Και όλα αυτά χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται για την ουσιαστική αλήθεια. Πόσες φορές άραγε μάθαμε για αυτούς που η τηλεόραση καταδίκασε, αλλά τα Δικαστήρια (τα μόνα αρμόδια όργανα) αθώωσαν – και όχι για τυπικούς νομικούς λόγους, αλλά επειδή δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή τους σε κάποιο έγκλημα?. Συνήθως αυτό που μένει είναι η εικόνα που δημιουργούν τα κανάλια, εξυπηρετώντας τις δικές τους σκοπιμότητες που αποσκοπούν αποκλειστικά στην τηλεθέαση, τα τηλεμερίδια και τον διαφημιστικό χρόνο.


Γράφεις: «Στους καταδικασθέντες για εμπρησμό να διατάσσεται η δήμευση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας, δικής τους και των οικογενειών τους. Από τη δήμευση, ας εξαιρούνται, όσοι συγγενείς δώσουν ασφαλείς πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψη των εμπρηστών. (Καταλαβαίνω ότι είναι σκληρό να ζητάς από κάποιον να καταδώσει έναν στενό συγγενή του, επιτέλους όμως πρέπει να μάθουμε έστω και με σκληρό τρόπο να βάζουμε το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό).»


Το μέτρο αυτό κατά το πρώτο σκέλος του είναι χωρίς κανένα νόημα, ενώ κατά το δεύτερο αντίθετο σε θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Εξηγώ: Δεν νομίζω ότι οι εμπρηστές είναι η κυρία Βαρδινογιάννη και η κυρία Λάτση, οπότε και η δήμευση της περιουσίας τους θα είχε ίσως κάποιο όφελος για το κράτος (Η κυρία Αγγελοπούλου που, όπως όλοι θυμόμαστε, προκάλεσε κατά τους εορτασμούς της Ολυμπιάδας φωτιά σε πάρκο στο Ψυχικό, απέναντι από το σπίτι της, δεν μάθαμε ποτέ αν παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, ούτε νομίζω ότι θα έγινε κάτι τέτοιο – ένα είδος άτυπης ασυλίας ή μήπως το αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της στην προετοιμασία της Ολυμπιάδας?). Το πιθανότερο είναι ότι οι εμπρηστές είναι κάποιοι κακόμοιροι (καθοδηγούμενοι ή όχι, δεν έχει σημασία) που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Οπότε «ουκ αν λάβοις, παρά του μη έχοντος».


Αναφορικά με την ευθύνη των συγγενών, πρέπει να επισημάνω ότι βασική αρχή του ποινικού δικαίου είναι ότι καθένας ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλέιψεις του και μόνο. Όχι για ό,τι έκαναν συγγενείς ή φίλοι του. Γιατί θα πρέπει να κατασχεθεί η περιουσία μου επειδή, για παράδειγμα, ο ξάδερφός μου, τον οποίο έχω να δω 1-2 χρόνια έβαλε μία φωτιά, ή επειδή ο αδερφός μου (ο πατέρας ή η μητέρα μου, δεν έχει σημασία) με τον οποίο έχω τσακωθεί και δεν μιλιέμαι έκαψε την περιοχή της Αρεόπολης? Και τί γίνεται αν η σύζυγός μου, με την οποία είμαι σε διάσταση χωρίς ακόμα να έχω πάρει διαζύγιο, βάλει την φωτιά? Θα είμαι και εγώ υπόλογος για τις πράξεις της ή όχι?

Δεν μιλάω για την περίπτωση που ο αδερφός μου (ή, ή, ή ... κλπ) προκαλέσει μία πυρκαγιά και εγώ τον καλύψω και τον βοηθήσω να διαφύγει την σύλληψη. Τότε εφαρμόζεται το άρθρο 231 ΠΚ (υπόθαλψη εγκληματία), με βάση το οποίο τιμωρείται ο συγγενής που θα καλύψει τον δράστη – αν και υπάρχει ένα παραθυράκι σε περίπτωση που η υπόθαλψη αφορά στενό συγγενή (γονείς, τέκνα, αδέρφια κλπ).

Ο νόμος δεν μπορεί ποτέ να είναι περιπτωσιολογικός, ώστε να προβλέπεται κάθε πιθανή ή απίθανη περίπτωση. Αντίθετα, είναι γενικός και αναφέρεται σε αόριστο και μη προσδιορίσιμο εκ των προτέρων αριθμό προσώπων και περιπτώσεων και εναπόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να κάνει την υπαγωγή μίας συγκεκριμένης περίπτωσης σε κάποια διάταξη. Αυτό είναι δυστυχώς κάτι που ξεχνά ο νομοθέτης μας και καταλήγουμε να έχουμε πολυνομία (πολλές φορές με αντιφατικές ρυθμίσεις) και ουσιαστικά ανομία.


Τέλος γράφεις: «Ας αποκτήσουμε επιτέλους ένα ειδικό σώμα εθνικής ασφάλειας, πλήρως εξοπλισμένο και ειδικά εκπαιδευμένο, με μοναδικό καθήκον την αναζήτηση, εντοπισμό, σύλληψη και οδήγηση στο ελληνικό έδαφος και στο ελληνικό δικαστήριο κάθε υπόπτου για εθνικά εγκλήματα, ανεξαρτήτως εθνικότητας και τόπου όπου γίνεται η σύλληψη. Υπάρχει το διεθνές προηγούμενο όχι μόνο στις μεγάλες δυνάμεις αλλά και σε χώρες της περιοχής μας (Τουρκία, Ισραήλ, ...) και στο τέλος – τέλος τόσα λεφτά ρίξαμε για την περιβόητη ασφάλεια τον καιρό της Ολυμπιάδας, ας μείνει και κάτι σε αυτό τον καημένο τον Έλληνα... »


Αυτή είναι η μοναδική πρόταση που κάνεις, με την οποία συμφωνώ, ίσως επειδή είναι γενική και αόριστη και επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες. Βέβαια θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί σχετικά (α) με το ποιός θα στελεχώνει ένα τέτοιο σώμα, (β) με τα κριτήρια επιλογής των μελών του (πανελλαδικές εξετάσεις που θα ευνοούν όσους παπαγάλισαν την εξεταστέα ύλη?). Ποιά η διαφορά του από την ΕΛ.ΑΣ., ή το σώμα ειδικών φρουρών που ήδη υπάρχουν? Ποιός θα τους εκπαιδεύσει? Ποιός θα εξασφαλίσει ότι και αυτό το σώμα δεν θα γίνει βορά στις πελατειακές σχέσεις που οι πολιτικοί μας αναπτύσσουν με τους ψηφοφόρους τους (δεν ισχύει αυτό βέβαια γι όλους τους πολιτικούς – πιστεύω να υπάρχουν εξαιρέσεις). Όπως παρατηρούμε το τελευταίο διάστημα τα πολιτικά κόμματα δεν κατάφεραν (ή δεν θέλησαν) να μαζευτούν γύρω από το ίδιο τραπέζι για να αντιμετωπίσουν από κοινού την λαίλαπα των πυρκαγιών που συνεχίζουν το «έργο» τους για έκτη μέρα σήμερα (είναι Τετάρτη βράδυ τώρα που γράφω αυτά).


Συγνώμη αν κούρασα με την πολυλογία μου, απλά με ενέπνευσε το σχόλιό σου και ένιωσα την ανάγκη να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα. Δεν επιδιώκω να πείσω για την ορθότητα των απόψεών μου (αν κάτι μου έμαθαν τα νομικά είναι ότι το αντικειμενικά ορθό είναι σπάνιο), μου αρκεί να καταγραφεί ο αντίλογος, ή μάλλον ο αντίθετος λόγος.


Ευχαριστώ για το βήμα που μου δόθηκε.