10.7.07

Ο σοφός γέρο-Πρόεδρος

Editorial στην εφημερίδα "ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ" (2-6-2007) δια χειρός Νίκου Φελέκη.

Eίναι ευτυχής συγκυρία για την Ελλάδα το ότι, υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες, στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα βρίσκεται ο Κάρολος Παπούλιας.
Η διπλωματική και πολιτική εμπειρία του πρώην υπουργού Εξωτερικών αποδεικνύεται κυριολεκτικά πολύτιμη για την κυβέρνηση σε μια στιγμή κατά την οποία στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας προΐσταται η μάλλον άπειρη σε χειρισμούς σοβαρών διπλωματικών υποθέσεων Ντόρα Μπακογιάννη.
Σε μια περίοδο που ανεβαίνει το θερμόμετρο της έντασης μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, η «σοφία» του Κάρολου Παπούλια είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθούν ή να διορθωθούν λάθη της Ελλάδας στη διεθνή σκακιέρα.
Η κατευναστική πολιτική του αποδεικνύεται σωτήρια σχετικά με το πρόβλημα που ανέκυψε στις ελληνορωσικές σχέσεις από τις άστοχες δηλώσεις της Ντόρας Μπακογιάννη για την αμερικανική αντιπυραυλική ασπίδα στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το απέδειξε το θερμό κλίμα που επικράτησε στις επαφές της ελληνικής αντιπροσωπείας αυτές τις μέρες στη Μόσχα. Ο πρόεδρος Πούτιν, ενώ μέχρι πρότινος απέστρεφε τους οφθαλμούς του από την Ντόρα Μπακογιάννη, τώρα ήταν τουλάχιστον φιλικός μαζί της – παρακάθισε μάλιστα στο ίδιο τραπέζι και συζήτησε μαζί της.
Στο λιώσιμο των πάγων συνέβαλε αποφασιστικά ο Κάρολος Παπούλιας, που με κάθε ευκαιρία φροντίζει να εξαίρει τον ρόλο της Ρωσίας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Η προχθεσινή, μάλιστα, αναφορά του περί οριστικού παρελθόντος των διαχωριστικών γραμμών και ότι η Ρωσία είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ευρωπαϊκών εξελίξεων αποτελεί σαφέστατη αντίθεση στην πρόθεση των Αμερικανών να απομονώσουν τη Ρωσία. Η θέση αυτή του Προέδρου της Δημοκρατίας επαναφέρει μια σχετική ισορροπία στη θέση της Ελλάδας έναντι των ΗΠΑ και της Ρωσίας.
Ναι μεν η Ελλάδα πολιτικο-θεσμικά ανήκει στη Δύση, αλλά οι παραδοσιακοί ιστορικοί, πολιτιστικοί, οικονομικοί και θρησκευτικοί δεσμοί με τη Ρωσία την καθιστούν προνομιακό της εταίρο στην περιοχή των Βαλκανίων και ευρύτερα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι «στρατηγικός εταίρος» των ΗΠΑ και μέλος του ΝΑΤΟ, όμως δεν μπορεί να βάζει όλα τα πυρομαχικά της σε ένα όπλο.
Την πολιτική αυτή τη διδάχθηκε ο Κάρολος Παπούλιας από τον Ανδρέα Παπανδρέου και συνεχίζει να την υπηρετεί με ικανότητα και μαεστρία.
Στη διπλωματία είναι εύκολο, όμως, και ανόητο να «υπηρετείς έναν αφέντη». Αυτό το κάνουν οι περιθωριακές και ανίσχυρες χώρες που απουσιάζουν εντελώς από το παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι. Το κάνουν όσοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να πρωταγωνιστούν στην περιοχή ή στον τομέα που έχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα. Το κάνουν όσοι αφήνουν άλλους να λύσουν τα δικά τους προβλήματα, αποδεχόμενοι τον ρόλο μιας χώρας - δορυφόρου.
Η Ελλάδα, και να ήθελε κάποιος, δεν θα μπορούσε να έχει έναν τέτοιο ρόλο. Βρίσκεται σ’ ένα ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον με ανοιχτά πολλά λεγόμενα εθνικά θέματα. Η Τουρκία βρίσκεται σε κρίση. Το «Μακεδονικό» επανέρχεται στην επικαιρότητα. Το «κοσοβάρικο» πρόβλημα μπορεί να ξαναβάλει φωτιά στα Βαλκάνια και σίγουρα επαναφέρει φόβους αναθεωρητισμού όσον αφορά τα εθνικά σύνορα. Το Ιράκ, το Ιράν, η ισλαμική τρομοκρατία δεν βρίσκονται σε μια μακρινή περιοχή του πλανήτη, αλλά δίπλα μας. Το ίδιο και το Παλαιστινιακό.
Η Ελλάδα πρέπει, λοιπόν, να αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να υπογραμμίζει τις παραδοσιακά καλές σχέσεις με τους Άραβες. Να τονίζει σε κάθε περίπτωση τον ηγεμονικό και φιλειρηνικό ρόλο της στη Βαλκανική. Να προβάλλει τις από αιώνων καλές σχέσεις των ορθοδόξων χριστιανών εν αντιθέσει με τους καθολικούς ή άλλα δόγματα.
Η χώρα βρίσκεται στο μεταίχμιο πολλών διαφορετικών κόσμων. Είναι στο σταυροδρόμι Ανατολής - Δύσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ιστορικό υπέδαφος, αξιακό φορτίο και οικονομικό υλικό. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να βάλει όλα τα λεφτά της σ’ ένα νούμερο στη ρουλέτα. Δεν επιτρέπεται η εξωτερική της πολιτική να ασκείται με εσωτερικούς όρους και ιδίως κομματικές ανάγκες. Αν κάποιος θεωρεί ότι μπορεί να γίνει πρωθυπουργός, αρχηγός κόμματος ή κάτι άλλο επειδή είναι «ο άνθρωπος των Αμερικανών στην Αθήνα», όχι μόνον κάνει λάθος, αλλά και υπονομεύει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Η Ελλάδα οφείλει να έχει πολλά χαρτιά στα χέρια της και να τα παίζει στην παρτίδα που εξελίσσεται στην περιοχή.
Όσο λάθος είναι η πρόσδεση σε ένα άρμα, εξίσου λάθος είναι να θεωρούμε ότι στη διπλωματική σκακιέρα μπορεί σε μια χώρα να υπάρχουν δύο, όπου ο ένας θα παίζει τον ρόλο του καλού και ο άλλος του κακού. Η διπλωματία είναι μια σύνθετη πολιτική διαδικασία, όπου συνυπάρχουν πόλοι κυριαρχίας και οπτικές προσεγγίσεων. Κυρίως είναι μια πολιτική αρχών που αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τη συγκυρία και τον καταμερισμό ισχύος.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να υιοθετήσει μια πολιτική που λέει «ναι» σε όλα στους Αμερικανούς, ελπίζοντας ότι ο big father στο τέλος θα επιβραβεύσει το καλό παιδί. Η Ελλάδα πρέπει να διαπραγματεύεται, να συμφωνεί, να διαφωνεί, να συγκρούεται και, όταν χρειάζεται, να γίνεται «άτακτη», εάν αυτό εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα.
Η Ελλάδα χρειάζεται να εξελίσσεται και να μην μπαίνει στις μυλόπετρες αλλότριων συμφερόντων. Όταν κάνει παραχωρήσεις, θα πρέπει να απαιτεί και να επιτυγχάνει ανταλλάγματα. Είμαστε κατεξοχήν ευρωπαϊκή χώρα. Το χαρτί της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ισχυρό μας. Οι καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και η νατοϊκή μας ιδιότητα αποτελούν επίσης ατού. Η σχέση με τη Ρωσία επίσης μπορεί να είναι ένα καλό χαρτί. Δεν χρειάζεται λοιπόν να πετάξουμε κανένα, ιδίως τώρα που -όπως φαίνεται- αρχίζει να «ξαναπαίζει» το ψυχροπολεμικό σενάριο.
Για να καταφέρουμε όμως να είμαστε ένας σοβαρός παίκτης, θα πρέπει να ενδυναμώσουμε οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Η ευκαιρία να γίνουμε ενεργειακός κόμβος στην περιοχή μας είναι μια σημαντική πρόκληση. Η Ρωσία σ’ αυτή τη φάση και για δικούς της λόγους συμπλέει μαζί μας στο θέμα των αγωγών. Αντίθετα, η Αμερική για δικά της γεωπολιτικά συμφέροντα είναι αντίθετη και θέλει το παιχνίδι των αγωγών να γίνει μια κλειστή παρτίδα πόκερ μεταξύ αυτής και της Ρωσίας. Την Ελλάδα τη συμφέρει το παιχνίδι να ανοίξει. Είναι προφανές, λοιπόν, τι πρέπει να πράξει.
Στο θέμα της αντιπυραυλικής ασπίδας που προωθούν οι Αμερικανοί, η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να γίνει μέρος ενός επικίνδυνου παιχνιδιού, όπως είναι η νέα κούρσα των εξοπλισμών, και μάλιστα με διηπειρωτικούς πυραύλους και άλλες ασύμμετρες απειλές. Θα μπορούσε ίσως να παράσχει την πολιτική ανοχή της, αφού προηγουμένως εξασφαλίσει την υποστήριξη των Αμερικανών στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Στο θέμα του Κοσόβου είναι προφανές ότι πρέπει να παίξουμε «άμυνα και καθυστέρηση», ευελπιστώντας στη διαμόρφωση καλύτερων συνθηκών για την επίλυσή του. Στα πολεμικά παιχνίδια στη Μέση Ανατολή και προκειμένου να μην γίνουμε στόχος της ισλαμικής τρομοκρατίας, είναι απαραίτητο να δυναμώσουμε τις παραδοσιακά καλές σχέσεις με τους Άραβες, κυρίως όμως να επιδιώξουμε την ενεργότερη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις εξελίξεις.
Αν ανεδείχθη λοιπόν κάτι αυτές τις μέρες στη Μόσχα από την επίσκεψη του Κάρολου Παπούλια, είναι ότι ήταν ορθή η επιλογή του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή να τον προτείνει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η διπλωματική του σοφία και η πολιτική του εμπειρία είναι ισχυρά αντίβαρα σε λαθεμένες ή μονομερείς αντιλήψεις και συμπεριφορές στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Αν ο Κωστής Στεφανόπουλος, ο προηγούμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ήταν ένας σώφρων πολιτικός, μια τίμια και καθαρή φωνή στο εσωτερικό της χώρας με έμφαση στις αξίες των Ελλήνων, ο Κάρολος Παπούλιας είναι ο ικανός διπλωματικός της εκπρόσωπος.
Και στη νεοψυχροπολεμική περίοδο στην οποία εισερχόμαστε είναι ο ιδανικότερος σύμβουλος για μια κυβέρνηση η οποία στο επίπεδο του χειρισμού των εξωτερικών της θεμάτων υστερεί καταφανώς.